Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2007

Μάνα

Τρεις μέρες τώρα είναι εδώ η μητέρα της. Μια γυναίκα που θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό της για όσα έγιναν, που ψάχνει απεγνωσμένα να μοιράσει την ευθύνη, που της αρέσει να ελέγχει και να λέει την άποψή της σε όλους, όποτε κι αν θεωρήσει εκείνη ότι είναι σωστό. Μια γυναίκα που κινείται συνεχώς, στο δικό της ρυθμό κι αν προλάβεις, έχει καλώς. Διαφορετικά, το τρένο φεύγει.
Είναι αεικίνητη. Μαγειρεύει τρία φαγητά την ημέρα. Επισκεπτόμαστε την Κατερίνα κάθε πρωί. Της δίνει συνεχώς φαγητό και καθαρά ρούχα. Και, βέβαια, εγώ έχω μετατραπεί σε ταξιτζή.
Το περίμενα, βέβαια. Δεν ξέρω αν κάνει καλό στην Κατερίνα, ή όχι. Ξέρω ότι δείχνει πιο ξέγνοιαστη τώρα που υπάρχει ένας άνθρωπος στο σπίτι, μαζί μου.
Εγώ είμαι λύκος. Πάντα έτσι ήμουν. Από 18 χρονών, όταν έκλαιγα στο μπαλκόνι, με "φίλους" που με παράτησαν (ενώ στην πραγματικότητα δεν ήθελαν να είμαι εγώ το κέντρο του δικού τους σύμπαντος). Από τότε, κινούμενος καθαρά εγωιστικά, πήρα την απόφαση να είμαι μόνος. Εκτός αγέλης.
Τράβηξα το δικό μου δρόμο επαγγελματικά. Κινήθηκα εκτός "φίλων", εκτός παρέας. Πήγα μόνος μου σε ένα γραφείο και ζήτησα να δουλέψω εκεί. Συνδέθηκα ως φίλος μόνον με πέντε συναδέλφους. Μόνον ο ένας με βοήθησε, θεωρώντας το υποχρέωσή του, επειδή τον είχα στηρίξει. Σπουδαίος άνθρωπος, σ αυτό το βρόμικο κύκλωμα.
Δεν πίστεψα σε φίλους που έρχονται και παρέρχονται. Παρέμεινα ανοικτός σε όλους, χωρίς να φοβηθώ να μιλήσω για τα προβλήματά μου. ΑΥτό τους τρόμαζε. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ένας άνθρωπος είχε το χ πρόβλημα και δεν τον ένοιαζε να το συζητήσει με τον καθένα. Θέλω να πιστεύω ότι αυτός που είναι βιβλίο ανοικτό, δεν έχει να χάσει το παραμικρό. Ακούω βερεσέ επιχειρήματα του τύπου "δίνεις όπλα στους εχθρούς σου". Οι εχθροί θα βρουν όπλα, ούτως ή άλλως.
Το περίεργο είναι ότι ελάχιστοι είναι αυτοί που πιστεύουν πως ένας άνθρωπος μπορεί, πολύ άνετα, να ζήσει εντελώς μόνος.
Αυτές τις μέρες, η Κατερίνα ζει εντελώς μόνη. Πριν αρχίσουν οι συχνές επισκέψεις, την έβλεπα πιο δυνατή.
Χθες, όταν ήμουν εκεί μαζί με τη μητέρα της, η κουβέντα πήγε στο μετά: Μετά την έξοδο. Κι η Κατερίνα, αμέσως, απάντησε:
"Αν έβγαινα τώρα, θα ξαναέπινα".
Τα κεφάλια κατέβηκαν, πάλι. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτή η ομολογία είχε να κάνει με την Κατερίνα, ή με την κατάσταση που βιώνε.
Σήμερα, στην επίσκεψή μας, μίλησε από μόνη της γι αυτό:
"Μη στεναχωριέστε. Να καταλάβετε ότι αυτό δεν είναι ένα κουμπί, που το πατάς και αλλάζεις. Θέλει προσπάθεια. Κάποιες φορές, εδώ μέσα, έχω σκεφτεί το ποτό. Κάποιες άλλες, σκέφτομαι το τι πέρασα και τι περνώ και δεν θέλω ούτε να ξαναδώ ποτήρι. Η ιστορία είναι τι θα γίνει μετά".
Τάδε έφη Κατερίνα.

Σάββατο, Ιουλίου 14, 2007

Τραβάω άλλο ζόρι...

Δεν είχα σκοπό να μπλογκάρω, Σαββατιάτικα. Λίγο, όμως, το ότι την είδα, για δεύτερη φορά, λίγο το ότι με «τσίγκλισε» ένα ανώνυμο σχόλιο, αποφάσισα να γράψω κάτι.
Κατ αρχήν να ξεκαθαρίσω ότι φυσικά και θέλω να ξαναβρεί τον εαυτό της η Κατερίνα. Διαφορετικά, δεν είχα κανέναν λόγο να δεχτώ να κλειστεί, για τρεις βδομάδες αρχικά –ίσως και για παραπάνω- σε τρελάδικο. Γιατί, να μην παίζουμε με τις λέξεις, σε τρελάδικο κλείστηκε. Με δική της απόφαση, βέβαια, αλλά με τη συναίνεσή μου. Ήρθε, με βρήκε, μου είπε:
«Μπορείς να ζήσεις τρεις βδομάδες χωρίς εμένα»;
«Τι εννοείς»;
«Θα πάω, τελικά, σε κλινική».
«Το σκέφτηκες καλά; Είναι μεγάλο βήμα αυτό που πας να κάνεις».
«Δεν υπάρχει άλλος δρόμος… Το σκέφτηκα πάρα πολύ καλά».
«Τότε, μη σκέφτεσαι εμένα. Δεν είμαι ούτε κουτσός, ούτε κουλός, ούτε χαζός. Μια χαρά μπορώ να ζήσω μόνος μου, όσο χρειαστεί. Πολύ περισσότερο, μια χαρά μπορώ να ζήσω μόνος μου τρεις εβδομάδες, ειδικά αν είναι να σε δω μια χαρά».
Αυτός ήταν ο διάλογος. Διάλογος άμεσος, ειλικρινής. Χωρίς να τον έχω προσχεδιάσει, χωρίς να τον έχει σκεφτεί. Έτσι μας βγήκε, αυτά είπαμε. Νομίζω ότι και οι δύο δείξαμε αγάπη.
Αλλά, όπως έγραψα και στο σχόλιό μου στον ανώνυμο,
«Και, τέλος πάντων, σ αυτό το Blog βγάζω εσώψυχα. Και αν έλεγα ότι "να γίνει καλά και δε με νοιάζει, ας με παρατήσει, ας φύγει μετά", θα έλεγα φριχτά ψέμματα. Με νοιάζει και με παρανοιάζει, όπως θα ένοιαζε τον καθένα. Που έφαγε το ζόρι, πέρασε τα δύσκολα κι εκεί που ελπίζει πως θα ζήσει με τον άνθρωπό του, ευτυχισμένος, ξανάρχεται η δυστυχία. Δεν κατάλαβα... Γιατί σε σοκάρει να θέλει κάποιος να ζήσει ευτυχισμένος; Ο Χριστός σταυρώθηκε πριν 2007 χρόνια, η μητέρα Τερέζα πέθανε πρόπερσι και τον Γκάντι τον σκότωσαν όταν ήμουν παιδί. Κι ό,τι κάνουμε, ως άνθρωποι, δεν το κάνουμε από ανιδιοτέλεια. Κάπου αποσκοπούμε. Όλοι μας. Εγώ αποσκοπώ στο να ζήσω ευτυχισμένος με τον άνθρωπό μου, μετά από πέντε χρόνια Ζοριού».

Δε θα ντραπώ να παραδεχτώ ότι είμαι άνθρωπος. Κι ότι θέλω να ζήσω μαζί της, όταν δε θα έχει κανένα πρόβλημα. Όταν θα μπορώ να δω μαζί της μια ταινία ως το τέλος, χωρίς να την παίρνω από τον κινηματογράφο κοιμισμένη και να την πηγαίνω κατευθείαν στο κρεβάτι της. Όταν θα μπορώ να πάω μια εκδρομή μαζί της, ή διακοπές, χωρίς να παρακολουθώ πόσες μπίρες ήπιε και πως θα γίνει να είναι καλά στην παραλία ή στο βουνό. Όταν θα μπορώ να καθίσω για μια σόδα στο μπαράκι, χωρίς να ψάχνω χρήματα να πληρώσω τον τεράστιο λογαριασμό από μπίρες. Όταν θα μπορώ να πάω σε μια συναυλία και να χορέψω επειδή μας ξεσήκωσε η μουσική κι όχι επειδή με τράβηξε με το ζόρι, μεθυσμένη, επειδή κάποιος τυχαίος, που καθόταν δίπλα, δεν την ακολούθησε στο χορό της. Όταν θα μπορώ να ξυπνήσω την άλλη μέρα το πρωί και να μιλήσω μαζί της για όσα έγιναν. Και να μ ακούει. Και να την ακούω. Και να θυμάται. Να μην με κοιτά λες και ήρθα από τον Άρη.
Και πείτε μου, τώρα, στα ίσα και παλικαρίσα: Ποιος από σας δε θα στεναχωριόταν, δε θα πικραινόταν, αν ο άνθρωπος με τον οποίο πέρασε τόσα, τώρα που είναι «μια χαρά» επιλέγει να ζήσει όλα αυτά με κάποιον ουρανοκατέβατο;
Ε, ανώνυμε;
Δεν πιστεύω ΚΑΘΟΛΟΥ αυτούς που λένε «ας είναι καλά κι ας είναι μακριά μου». Φυσικά και το εύχεσαι αυτό. Δε θα φτάσεις και στο άλλο άκρο, να καταριέσαι αυτήν/όν που σ άφησε –κάτι τέτοιο θα ήταν αρρωστημένο κι αηδιαστικό. Αλλά αν (λέμε αν) σε παρατήσει, είσαι ψεύτης με περικεφαλαία, αν ισχυριστείς ότι θα χαμογελάσεις, θα της/του χαϊδέψεις τα μαλλιά και θα πεις «τώρα φεύγω απ τα ονειρά σου και καλή τύχη όπου κι αν πας» -και θα το εννοείς. Ναι, θα το κάνεις –κι εγώ θα το ΄κανα- αλλά από μέσα μου θα σπάραζα. Και μόλις μου γυρνούσε την πλάτη κι απομακρύνονταν, θα ξεσπούσα σε κλάματα.
Επειδή, λοιπόν, σ αυτό το Blog έγραφα ΠΑΝΤΑ αλήθειες, και τώρα έγραψα την αλήθεια. Ότι θα με πείραζε η απόρριψη.
Βάζω μια τελεία σ αυτό, για να δούμε και το ζόρι μας.
Λοιπόν, πάει καλά. Τα χέρια της δεν τρέμουν (έχει να πιει από τα ξημερώματα της Τρίτης) και είναι γεμάτη ζωή. Η επιδερμίδα της έχει ανανεωθεί, μέσα σε τόσες λίγες ημέρες. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Έχει ζωή μέσα της.
Παραβίασα, λίγο, τις συμβουλές των γιατρών. Της πήγα mp3 με τα αγαπημένα της τραγούδια. Απέφυγα το cd και τα δισκάκια και λόγω όγκου και λόγω του ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Συμπλήρωσε τέσσερις μέρες έγκλειστη. Τη Δευτέρα θα μιλήσω με τους γιατρούς.
Έχω πολλά να γράψω, αλλά αισθάνομαι πως παραβιάζω έναν προσωπικό κόσμο. Ως τώρα, ο αλκοολισμός της ήταν κάτι φανερό, σε όλους. Δεν αισθανόμουν άσχημα όταν έγραφα γι αυτόν, επειδή όλοι το γνώριζαν. Τώρα, όμως; Τώρα κάνει μια προσπάθεια. Μεγάλη. Δύσκολη. Έχω το δικαίωμα να βγάζω φόρα παρτίδα τον αγώνα της;

Αντί ποστ...

Τραγούδι αφιερωμένο στην Κατερίνα:

Πέμπτη, Ιουλίου 12, 2007

2η νύχτα

Σχόλασα πριν μισή ώρα. Είμαι, ακόμη, στο γραφείο. Δεν έχω καμία όρεξη να πάω σπίτι. Να βρεθώ, με τις σκέψεις μου, μέσα σε τέσσερις τοίχους.
Αν δεν υπήρχαν τα γατιά, ίσως να μην πήγαινα ποτέ. Τι φταίνε κι αυτές οι ψυχούλες...
Το κινητό της, χθες, δε σταμάτησε να χτυπάει. Παίρνει και κάποιος, ή κάποια, από απόκρυψη. Δε μου αρέσει αυτό.
(Οι ζήλιες μας έλειπαν, τώρα)!
Πάει και σήμερα...

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2007

Μοναξιά

Μόνος, μετά από πέντε χρόνια.
Το σπίτι, αφόρητα άδειο. Ο άνθρωπός σου δεν είναι εκεί. Και η αβεβαιότητα μ έχει πλακώσει. Μετά από τρεις βδομάδες τι θα γίνει;
Το είχα πάρει απόφαση, να μείνω μόνος. Ήθελα να μετακομίσω, να σταματήσω να είμαι μαζί της. Αυτές τις ημέρες, όμως, που δίνει τον αγώνα της, θα ΄θελα να ήμουν εκεί. Μόνον που, αν ήμουν εκεί, θα της έκανα μεγαλύτερο κακό, από καλό.
Σήμερα μπήκε. Τελικά, βρέθηκε κρεβάτι σε μονόκλινο, σε κλινική έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ολόκληρο ταξίδι θέλω, κάθε μέρα, για να πηγαίνω. Αν και, πολύ φοβάμαι, ότι δεν θα μου επιτρέψουν καμία επαφή.
Πήγαμε μαζί. Περιμέναμε το γιατρό. Ήμουν μέσα σε όλη την εξέταση. Έζησα την αμηχανία της, την προσπάθειά της να αποφύγει την αλήθεια. Αλλά και την παραδοχή, την παράδοση. Τον εξευτελισμό, όταν δεν της άφησαν να κρατήσει ούτε μια κρέμα προσώπου. Ούτε τη μηχανή για τις τρίχες των ποδιών της. Ούτε το σαμπουάν της.
Είδα το κενό βλέμμα της, όταν της είπα πόσο όμορφη θέα είχε το δωμάτιό της. Όμως εκείνη έβλεπε μέχρι τα πράσινα κάγκελα.
Είδα το συγκαταβατικό χαμόγελό της όταν της είπα ότι ήταν τυχερή που το δωμάτιό της είχε τηλεόραση και ψυγείο. Όμως εκείνη έβλεπε τον απέναντι τοίχο. Όταν γύρισα, από το κυλικείο, η τηλεόραση έπαιζε το ίδιο ντοκιμαντέρ και το ψυγείο της έχασκε άδειο.
Μου πρότεινε να φάω, αν πεινούσα, λίγο από το φαγητό που της έφεραν. Ήταν αδύνατον. Αρνήθηκα. Έφαγα αργότερα, με την Παρασκευή, έξω. Ξεχάστηκα, μίλησα για άλλα πράγματα και πέρασα καλά. Κι έπειτα, όταν βρέθηκα μπροστά στην tft, κι είπα να ποστάρω, άρχισα, σταμάτησα, ξανάρχισα, ξανασταμάτησα.
Τελικά είπα «θα το κάνω» και το ΄κανα.
Η περιγραφή μου έχει κενά. Οι εικόνες, οι λέξεις, όλα, μου έρχονται χωρίς χρονική σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο, χωρίς νόημα. Όπως χωρίς νόημα είναι η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων, πίσω από τα παράθυρα με τα πράσινα κάγκελα. Πορεύονται χωρίς αρχή και τέλος. Τουλάχιστον η Κατερίνα έχει έναν σκοπό.
Άκουσα πολλές κραυγές σήμερα. Κραυγές ανθρώπινες. Ανδρικές. Γυναικείες. Κραυγές κάποιων που ζουν μόνοι, μέσα στην καταιγίδα του μυαλού τους. Κι εκείνη, ανάμεσά τους, να έχει να πολεμήσει με τους εφιάλτες του μυαλού της και τους εφιάλτες μιας ζωής με αλκοόλ.
Ήταν κανονική ανάκριση η πρώτη συνάντηση με τους γιατρούς. Τρεις, υποτίθεται αδιάφοροι, ρωτούσαν με ρυθμό πολυβόλου.
«Μόνον η λακέρδα λείπει»…
Όταν το είπε αυτό, πέρασε από μπροστά μου, αστραπιαία, η εικόνα του Ηλιόπουλου, στο Έξω οι Κλέφτες. Κι έφυγε, πριν προλάβω να χαμογελάσω.
Παρατηρούσα επίμονα την εξέτασή της. Λες και θα καταλάβαινα, από τις ανακλαστικές κινήσεις της, πόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημά της. Έψαχνα το βλέμμα της. Δεν είχα άλλον τρόπο να την ακουμπήσω.
Έφυγα μεσημέρι από εκεί. Τώρα είναι βράδυ. Το βράδυ, λένε, οι ψυχικά ασθενείς δεν αντέχουν. Βογκάνε. Φωνάζουν. Μωρό μου, ας ήταν να σε πάρω αγκαλιά. Ας ήταν να γιατρευόσουν έτσι, στο τσακ, σε μία στιγμή.
Κουράγιο Κατερίνα. Άντεξε! Άντεξε για ΄σένα!

Δευτέρα, Ιουλίου 09, 2007

Δύσκολες ώρες

Τέρμα τα ψέμματα. Μπαίνει αύριο, στις 10 το πρωί. Πήγαμε, σήμερα το απόγευμα και είδαμε την κλινική. Δύσκολα. Τι πρώτο να πω για το περιβάλλον. Τι πρώτο να πω για τις τηλεφωνικές τις συνδιαλέξεις με τους γονείς της.
Τα λέμε σε κάποια άλλη στιγμή. Περνάει δύσκολα.

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2007

Επιθεώρηση

Απογοητεύτηκα. Ευτυχώς, η Κατερίνα είναι, ακόμη, αποφασισμένη. Τη Δευτέρα κάνει εισαγωγή.
Γιατί απογοητεύτηκα εγώ; Από την εικόνα που αντιμετώπισα.
Το κτίριο, καταπληκτικό. Θυμίζει περισσότερο ξενοδοχείο, παρά κλινική. Από έξω. Κι από μακριά. Με το που φθάσαμε στην πράσινη τεράστια καγκελόπορτα, άρχισαν τα δύσκολα. Δυο χαμένες ψυχές, ένας άνδρας και μια γυναίκα, κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας, μας ζητούν, με νοήματα, τσιγάρο. Το προαύλιο γεμάτο ανθρώπους που ψάχνουν τον προσανατολισμό τους.
Γυρίζω, την κοιτάζω. Έχει χαμηλώσει το βλέμμα. Προσπαθεί να τους αποφύγει. Περπατάει πιο γρήγορα –δυσκολεύομαι να την ακολουθήσω στην ανηφόρα.
Φθάνουμε στα γραφεία. Η ρεσεψιόν θυμίζει ξενοδοχείο. Πολυτελή φωτιστικά, μοντέρνα γραμμή, ευγενικοί υπάλληλοι. Σύντομη συνάντηση με τη διευθύντρια. Λέει λίγα, είναι φανερό ότι δε θέλει να πιέσει την Κατερίνα στο ελάχιστο. Σημασία έχει να θέλει από μόνη της να κάνει αυτό το βήμα.
«Θα δείτε, θα αποφασίσετε. Αν το αποφασίσετε, πείτε το μας και θα κανονίσουμε εμείς με το ταμείο σας. Εσείς τηλεφωνήστε μας και πείτε μας πότε θέλετε να ΄ρθείτε».
«Μπορώ και τη Δευτέρα; Επειδή έχω κάποιες δουλειές να κανονίσω μέσα στο Σαββατοκύριακο»…
«Όποτε θέλετε. Σημασία έχει να κάνετε την εισαγωγή γρήγορα. Όποτε θέλετε. Σήμερα; Σήμερα! Τη Δευτέρα; Τη Δευτέρα»!
Η προϊσταμένη μας δείχνει τους χώρους. Μια τραπεζαρία, άδεια. Εκεί το κάπνισμα απαγορεύεται. Έξι στρόγγυλα τραπέζια. Από έξι καρέκλες στο καθένα. Χωρίς πίνακες, γλάστρες, ο,τιδήποτε.
«Ο χώρος είναι γυμνός»…
«Ναι, προσπαθούμε να προφυλάξουμε κάποιους ασθενείς. Βέβαια, στο χώρο αυτό δεν υπάρχουν βίαιοι ασθενείς. Όμως, επειδή θα ζήλευαν, αν υπήρχαν εδώ γλάστρες, ή κάδρα και θα ζητούσαν κάτι παρόμοιο και για το δικό τους εστιατόριο, το αποφεύγουμε. Προσπαθούμε να κρατούμε τις ισορροπίες»…
Αυτό το τελευταίο, θα το άκουγα συνέχεια. Ειδικά όταν φθάσαμε στα δωμάτια. Δίκλινα, τρίκλινα και τετράκλινα.
«Τηλεόραση»…;
«Θα πρέπει να φέρετε δική σας. Επιτρέπεται, δεν υπάρχει πρόβλημα»…
«Και dvd»;
«Για ταινίες, εννοείτε… Ε, δε νομίζω να υπάρξει πρόβλημα»…
Σκέφτηκα, αστραπιαία, αυτό που θα ζητούσα εγώ σ΄ εκείνο τον χώρο:
«Κάποιο κομπιούτερ»;
«Ένα λάπτοπ, ναι! Αλλά θα πρέπει να μας το δίνετε, το βράδυ, να το φυλάμε εμείς».
«Μα… Για ποιο λόγο»;
«Κοιτάξτε… Με το που θα έρθετε, θα πρέπει να υπογράψετε μια υπεύθυνη δήλωση, ότι η κλινική δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν κλοπές. Παρόλα αυτά, εμείς θέλουμε να προστατεύουμε τα αντικείμενα των νοσηλευόμενων. Όπως καταλαβαίνετε, εδώ νοσηλεύονται άνθρωποι οι οποίοι έχουν ένα άλφα παρελθόν».
Αποφεύγει συστηματικά να τους χαρακτηρίσει. Το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω, επίσης, το πού θα πάει η κουβέντα. Γιατί η Κατερίνα, δεν εξαρτάται μόνον από το ποτό, ή από το τσιγάρο, αλλά και…
«Το κινητό επιτρέπεται»;
Νάτο!
«Δυστυχώς, όχι»…
«Όχι»;
«Όχι»!
«Για ποιο λόγο»;
«Στο παρελθόν είχαμε κάποια περιστατικά. Υπήρξαν ασθενείς, οι οποίοι ζητούσαν τα κινητά άλλων, για να ζητήσουν κάτι από τους δικούς τους ανθρώπους, ανά πάσα στιγμή. Τους αναστάτωναν άδικα. Υπερχρέωναν τα κινητά των άλλων. Επίσης, κάποιοι, αναζητούσαν αλκοόλ από τις γειτονικές ταβέρνες και πιτσαρίες. Έδιναν παραγγελίες. Κι αν το επιτρέψουμε σε ΄σας, θα έχουμε παράπονα από άλλους, για τους οποίους έχουμε λόγο να το απαγορέψουμε. Προσπαθούμε να κρατάμε τις ισορροπίες»…
«Μάλιστα… Τι πρέπει να φέρω μαζί μου, δηλαδή»;
«Ε, άλλες απαγορεύσεις δεν υπάρχουν… Εκτός από τα ρούχα»…
«Δηλαδή»;
«Προτιμάμε να κυκλοφοράτε με φόρμες. Όχι μπλουζάκια, όχι καυτά σορτς. Καταλαβαίνετε… Κι αν τα επιτρέψουμε σε ΄σας, θα έχουμε παράπονα από άλλους, όπου αν τους τα επιτρέπαμε, θα ήμασταν αντιμέτωποι με δύσκολες καταστάσεις. Προσπαθούμε να κρατάμε τις ισορροπίες»…
Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί εκεί μέσα οι περισσότεροι έχουν πρόβλημα ισορροπίας. Κοιτάω την Κατερίνα. Το βλέμμα μου θυμίζει, μάλλον, ακτίνες χ. Προσπαθώ να τη σκανάρω, να μπω στο κεφάλι της, να διαβάσω και να κατανοήσω τις σκέψεις της. Να μπω στην ψυχούλα της, να την αγκαλιάσω και να της δώσω κουράγιο. Σίγουρα έχει περισσότερο από εμένα. Εγώ θα είχα εγκαταλείψει την ιδέα –και θα έψαχνα κάτι άλλο- από την είσοδο. Από την ώρα που εκείνος ο ηλικιωμένος ασπρομάλλης μαυριδερός τύπος με τις λερωμένες φόρμες με πλησίασε και μου ζήτησε τσιγάρο.
«Δώσε, ρε, ένα τσιγάρο»…
«Δεν καπνίζω»…
«Πίπες κάνεις»;
Εκεί εγώ έχασα κάθε θάρρος, κάθε κουράγιο. Ψυχολογικά κατέρρευσα. Και πρέπει να ξανασταθώ στα πόδια μου, για να δώσω κουράγιο και στην Κατερίνα, αν το χρειαστεί…

………………………………

Τα δυσάρεστα δε λένε να μας εγκαταλείψουν. Ευτυχώς, πηγαίνουν μαζί με τα ευχάριστα.
Πρώτα τα δυσάρεστα: Το ταμείο δεν καλύπτει τη συγκεκριμένη κλινική και μας στέλνει σε άλλη. Τη Δευτέρα, αναγκαστικά, θα έχουμε νέα ξενάγηση.
Και τώρα τα ευχάριστα: Η Κατερίνα είναι, τελικά, γερό κόκαλο. Μετά από κάποια ψυχολογικά τεστ, έκριναν ότι μάλλον θα χρειαστεί νοσηλεία τριών εβδομάδων –κι όχι τριών μηνών.
Σίγουρα οι τρεις εβδομάδες περνούν γρηγορότερα από τους τρεις μήνες.
Θα φθάσουν, όμως;

Η μεγάλη απόφαση

Επιτέλους φως! Θέλει μεγάλα αρχ*** για μια τέτοια απόφαση. Πήγε στον ψυχολόγο, μίλησε και πήρε την απόφαση: Πρωί Παρασκευής μπαίνει στην κλινική.
Το ευχάριστο νέο: Τελικά βρέθηκε ιδιωτική κλινική, συνεργαζόμενη με το ταμείο στη Θεσσαλονίκη. Πρωί Παρασκευής κάνουμε… επιθεώρηση.
Το ζόρι μου: Είμαι με την ψυχή στο στόμα. Κι αν δεν της αρέσει; Αν σηκωθεί να φύγει; Πώς να την πιέσω; Πώς να την πείσω;
Μην προτρέχεις –θα μου πείτε. Ένα-ένα τα βήματα. Εν αναμονή, λοιπόν.
Αύριο νεώτερα...

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

Μη σου το κάνεις...

Από το πρωί, άναψαν τα τηλέφωνα. Έψαχνε κλινική να μπει. Το πήρε απόφαση.
Τζίφος! Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει το παραμικρό. Και στην Αθήνα σε στέλνουν... στο Δαφνί! Ομάδες, α/α και λοιπά, τα έχουμε απορρίψει (έχω ξαναγράψει γι αυτό εδώ).
Τελικά, βρήκε ψυχαναλυτή-ψυχίατρο (τον ίδιο που πήγαινε πριν έναν χρόνο).
"Θέλω να ξανάρθω, μου κάνατε καλό".
Συνεννοήσεις με το ταμείο. Τα χρήματα είναι πάρα πολλά: 70 € η συνεδρία και χρειάζεται δύο τη βδομάδα, δηλαδή 560 € το μήνα!
Νέα προσπάθεια για κάτι στο δημόσιο. Καταλήγουμε -και πάλι- στο Δαφνί. Κι εκεί, όχι μέσα, αλλά... από έξω! Εκτός του ότι η λύση της Αθήνας απορρίπτεται, αν πας εκεί, θα πρέπει να περιμένεις ένα με δύο χρόνια εκτός προγράμματος και να παρακολουθείς κάποιες ομάδες, δύο φορές την εβδομάδα.
Καταλήγουμε, πάλι, στον ιδιώτη.
"Είσαι αποφασισμένη";
"Δεν αντέχω, άλλο, την ξεφτίλα. Έπιασα πάτο. Δεν έχει πιο κάτω".
"Καταφέρνεις, όμως, κάθε βράδυ, να πηγαίνεις και πιο βαθειά..."
"Μη μου το κάνεις αυτό"...
Το "μη μου το κάνεις αυτό" θα το άκουγα και σήμερα το βράδυ. Ήταν να έρθει η ανηψιά της και η νύφη της. Την είχα παρακαλέσει να κρατηθεί.
"Δε θα σκοτεινιάσω τα ματάκια της".
"Επειδή έγινε κι άλλη φορά και σκοτείνιασαν, τελικά, τα ματάκια της"...
"Σε παρακαλώ... Ντρέπομαι"!
"Δε φτάνει..."
Το βράδυ μιλήσαμε από τις δουλειές μας. Μιλούσε κοφτά. Γρήγορα. Μια-δυο λέξεις τη φορά Χαρακτηριστικό των αλκοολικών, όταν θέλουν να κρύψουν τη σούρα τους. Όταν μιλάνε πολύ, χάνουν τα λόγια τους, μπερδεύουν συλλαβές και λένε μαλακίες. Με τις σύντομες, κοφτές απαντήσεις, γλιτώνουν. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν.
"Πάλι τα ίδια";
"Δεν ακούω"!
"Πάλι τα ίδια";
"Ε";
"Τι ε, ρε Κατερίνα; Πάλι ήπιες; Πάλι"...
"Η ανηψιά μου! Σ αφήνω"!
"Τι η ανηψιά σου; Παιδάκι τεσσάρων χρόνων ήρθε εκεί; Μόνο του;"
"Σ αφήνω, σ' αφήνω"...
"Ήπιες πάλι"...
"Μη μου το κάνεις αυτό"...
Εσύ το κάνεις στον εαυτό σου. Και καλά εγώ. Έχω αναλάβει -από μαλακία, από αγάπη, από φόβο να ανοίξω τα φτερά μου, όπως θες πές το- ρόλο νοσοκόμου. Αλλά εσύ; Δεν πας στην παραλία, αν έχεις έστω και δείγμα τρίχας στο πόδι. Δεν πας στη δουλειά, αν δεν έχεις κάνει μπάνιο και αν δε φοράς κάτι διαφορετικό. Και το βράδυ, η Κατερίνα που προσέχει την εμφάνισή της, που διαλέγει δυο ώρες τα πέντε σκουλαρίκια του ενός και τα οκτώ του άλλου αυτιού, που πέρασαν 15 μέρες για να διαλέξει το σωστό τατού, γίνεται ένα με τα σκουπίδια.
Μην σου το κάνεις αυτό.

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2007

Το θαύμα κρατά τρεις μέρες

"Πόσο καιρό κρατάει το θαύμα";
Ρώτησε η δεσποσύνη από το Βέλγιο.
Τρεις μέρες. Στην Ελλάδα τα θαύματα κρατάνε τρεις μέρες. Παρασκευή, ήταν η πρώτη μέρα. Υποσχέσεις και όρκοι, ότι όλα θα πάνε καλά. Σάββατο, ήταν η δεύτερη μέρα. Το πρωί πήγα να δω την κόρη μου, στη Χαλκιδική, όπου παραθερίζει στης γιαγιάς της, με τη μητέρα της. Γκάτζερ φρικ το παιδί, σαν το μπαμπά του, δέκα χρονώ και τριγυρνάει με i-pod και psp. Ανταλλάξαμε mp3, φωτογραφίες και βιντεάκια, ξεψειρίσαμε το σκυλάκι στο psp και πήρα το δρόμο για την επιστροφή. Έβρεχε, βρόνταγε, μια αηδία. Κι εγώ σκεφτόμουν σε τι κατάσταση θα την έβρισκα.
Τη βρήκα μια χαρά.
Το βράδυ πήγαμε στη συναυλία του Γκίλαν, στο θέατρο Γης. Ροκ χωρίς μπίρα γίνεται; Εμ, δε γίνεται. Υποσχέθηκα να την αφήσω να πιει λίγο.
Αυτό είναι και το πρόβλημά της. Πιστεύει -ακόμη- ότι μπορεί να το ελέγξει. Κι όταν τα καταφέρνει, παίρνει θάρρος.
Στη συναυλία ήπιε δυο κουτάκια μπίρα. Κι ένα με τη λήξη. Κι ένα κρυφά. Διαβάστε, τώρα, μαλακία που δέρνει τον εξαρτημένο και νομίζει ότι μπορεί να κρυφτεί. Εκατό φορές μου είπε πως ΜΑΛΛΟΝ θα πάει στην τουαλέτα. Από την πρώτη φορά ήξερα τι ήθελε να κάνει. Θα πήγαινε για μπίρα. Κάποια στιγμή, αποφάσισε να πάει στην υποτιθέμενη τουαλέτα. Διέσχισε όλο το θέατρο, ανέβηκε στις κερκίδες, κατέβηκε από την άλλη πλευρά κι έφθασε στις τουαλέτες.
Ούτε σκέφτηκε, για μια στιγμή, ότι καθόμασταν ΑΚΡΙΒΩΣ στη μέση των κερκίδων κι είχαμε πιάτο τα πάντα. Και τον Γκίλαν στη σκηνή, αλλά κι όλο το θέατρο.
Την είδα με το που βγήκε από τις τουαλέτες. Μικρά, νευρικά βήματα. Πρώτα κάθισε λίγο δίπλα στη σκηνή. Δήθεν να δει τον Γκίλαν από κοντά. Μετά άρχισε η κίνηση προς το κυλικείο. Σε πέντε λεπτά, έφθασε ως την άκρη των κερκίδων. Χρειάστηκε άλλα πέντε λεπτά για να ανεβεί στο πρώτο σκαλοπάτι. Κι όταν πίστεψε ότι δεν την΄έβλεπε κανείς, ανέβηκε στο τελευταίο διάζωμα, στο κυλικείο. Αγόρασε μπίρα και την ήπιε μονορούφι. Κι έπειτα, ήλθε δίπλα μου, λες και δε συνέβαινε τίποτα.
Υπό τους ήχους του Στρέιντζ Κάιντ οφ Γούμαν, έσκυψα στο αυτί της:
"Η μαλακία σου είναι ότι την πίνεις μονορούφι"...
"..."
"Τι έγινε; Δεν άκουσες τι σου είπα, ή δεν κατάλαβες";
"Καλά δεν περνάμε";
"Σήμερα ναι. Αύριο";
"Κι αύριο καλά θα περάσουμε".
Κι ήρθε η Κυριακή. Και πήγε για δουλειά. Και στη 1 το ξημέρωμα που την πήρα τηλέφωνο, ήταν ακόμη εκεί.
"Γειά σου μωράκι μου"...
Η υπερβολική γλύκα, η μια δόση παραπάνω αγάπης, είναι, να ξέρετε, στάχτη στα μάτια. Ο εξαρτημένος έχει την εντύπωση ότι θα σε κερδίσει έτσι. Και, η αλήθεια είναι, πολλές φορές τα καταφέρνει. Γιατί ο εξαρτημένος από το αλκοόλ, είναι ένας γλυκός άνθρωπος. Είναι κεφάτος, τρέντι, χαρούμενος. Δεν είναι σαν τον τοξικομανή, απορριπτέος από όλους, απόκληρος της κοινωνίας. Ο αλκοολικός είναι ένας τοξικομανής με παρέες. Τον θέλουν όλοι. Κι αυτό είναι το τυράκι στη φάκα της εξάρτησης από το αλκοόλ.
Επέστρεψε στις 2 και μισή. Ζήτησε καρπούζι. Το είχε. Κι έπειτα πήγε να κοιμηθεί. Στο δικό της δωμάτιο και στο δικό της κρεβάτι.
Τουλάχιστον θα κοιμηθώ ήσυχος...
Καληνύχτα σας.

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2007

Αααααααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Θα σκάσω! Τόσο καιρό μακριά από το ζόρι, είχα την ελπίδα ότι δε θα χρειαζόταν να ξαναποστάρω τίποτα σε αυτό. Γελάστηκα. Όπως γελιέται ο αλκοολικός που πιστεύει ότι, με ένα ποτηράκι την ημέρα, δεν θα ξανακυλήσει.
Γιατί σ αυτήν τη σχέση, που όλοι ξέρετε (αν δεν ξέρετε διαβάστε τα προηγούμενα ποστ, που να κάθομαι να εξηγώ τώρα και σε αυτήν την κατάσταση) οι αλκοολικοί είναι δύο: η Κατερίνα, που το πάθος της είναι το αλκοόλ κι εγώ, που το πάθος μου είναι η Κατερίνα.
Περίληψη χαμένων επεισοδίων:
Επρόκειτο, λοιπόν, να μετακομίσω. Να ζήσω μόνος μου. Επειδή το είχα επιχειρήσει και παλιότερα κι όταν της το ΄πα τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά (παρακάλια, απειλές, κλάματα και στήσιμο με τις ώρες έξω από τη δουλειά μου), αποφάσισα αυτήν τη φορά να το κρατήσω κρυφό.
Έβαλα, λοιπόν, την ξαδέλφη μου, καθότι μεσίτρια, να μου βρει σπίτι. Και βρήκε. Περίπου 70 τμ, σε καλή περιοχή, όπως το ήθελα. Για κακή μου τύχη, όμως, με πρόδωσε η ΤΙΜ. Καθόσον, όταν η μεσίτρια-ξαδέλφη πήρε τηλέφωνο να με ειδοποιήσει ότι βρέθηκε το σπίτι και να πάω για τα συμβόλαια, το ρημαδιασμένο ΝΟΚΙΑ αρνήθηκε να συνδεθεί με το δίκτυο. Έτσι, εγώ αποκόμισα μια χαμένη κλήση, 0,5 € στο λογαριασμό μου για τη χαμένη κλήση και την αποκάλυψη του μυστικού μου. Διότι η μεσίτρια-ξαδέλφη βρήκε πρέπον και σωστό να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι και να ειδοποιήσει την Κατερίνα για τα ευχάριστα.
Όπως καταλαβαίνετε (κι όπως σωστά περιέγραψε ο Νοέμβριος σε ένα σχόλιό του καθότι είχε ενημερωθεί με email για τα τεκταινόμενα) ακολούθησε μια από τα ίδια. Κι αναγκάστηκα να πάρω στην ξαδέλφη-μεσίτρια να βρει καινούργιο διαμέρισμα, μεγαλύτερο.
Έτσι μετακομίσαμε παρέα. Εγώ, η Κατερίνα και οι δύο γάτες της.
Η νέα ζωή στο νέο σπίτι άρχισε με σειρά νέων υποσχέσεων. το κακό είναι ότι, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγάλο για την Κατερίνα) οι υποσχέσεις αποχής από το αλκοόλ τηρήθηκαν. Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζα.
Διότι, αυτήν τη φορά, η Κατερίνα με έπαιζε έχοντας μελετήσει καλά το παιχνίδι. Προφανώς είχε διαβάσει το blog, με αποτέλεσμα να αλλάξει τακτικές κάλυψης-απόκρυψης. Τέρμα, πια, τα μπουκάλια μπίρας κρυμμένα σε πατάρια και ντουλάπες. Μόνον κουτάκια αλουμινίου (τα οποία στη μεταφορά δεν ακούγονται τάνγκα τάνγκα) κι αυτά μόνο σε ώρες που ο λύκος δεν είναι ΄δω. Όταν ήμουν στη δουλειά, αγόραζε ένα κουτάκι από το περίπτερο και μ αυτό πορευόταν ώσπου επέστρεφα. Έτσι, τα μεσημέρια, φαινόταν στεγνή.
Το βράδυ, απείχε ως την ώρα που τελείωνε τη δουλειά της. Και τότε περιοριζόταν στο ένα κουτάκι. Ο σκοπός της ήταν διπλός: 1. Να μην το καταλαβαίνω. 2. Να το ελέγχει. Απέτυχε και στα δύο.
Έναν μήνα μετά τη μετακόμιση, η συνήθεια έγινε λατρεία. Από το ένα κουτάκι, πέρασε στα δύο πρωινά. Κι έτσι πήγε στη δουλειά της μεθυσμένη.
Παρένθεση. Η Κατερίνα έχει ένα μοναδικό προσόν: Μπορεί να εργάζεται ακόμη κι όταν είναι τύφλα στο μεθύσι. Εκεί που άλλοι άνθρωποι θα κατέρρεαν, εκείνη συνεχίζει, χωρίς πρόβλημα. Μόνον που δεν συνιστώ σε κανέναν να της πει: "Εδώ αυτό, θα μπορούσες να το κάνεις και διαφορετικά". Θα είναι λες και της είπες: "Εδώ αυτό -σου γαμ* τη μάνα και το σόι σου- είναι μια μαλ**ία και μισή. Άλλαξέ το, μη σου γαμ**ω ότι έχεις και δεν έχεις". Η αντίδρασή της είναι ανάλογη. Ακόμη και στο παραμικρό, ορμά πάνω σου και σε κατακεραυνώνει, με απίστευτα επιχειρήματα, για ανύπαρκτα θέματα. Κλείνει η παρένθεση.
Μια κρίση όπως αυτή στην παρένθεση, ήρθε την περασμένη βδομάδα. Ήταν η αιτία να αντιληφθώ τι γινόταν. Ακολούθησαν διαδοχικά μεθύσια (βραδινά) που κατέληγαν μονίμως σε καβγά, αφού -πλέον- δεν καταφέρνω να κρατήσω τα νεύρα μου κι αντιδρώ άσχημα, στο στιλ "δε μας παρατάς να ησυχάσουμε"!
Νέα παρακάλια και νέες υποσχέσεις. Προχθές, άκουσα την καλύτερη στα πέντε χρόνια ζοριού: "Αν ξαναγίνει κάτι τέτοιο, να μη μου ξαναμιλήσεις"! Το δέχτηκα. Κι από σήμερα το βράδυ, δε μιλάμε.
Δηλαδή, δεν της μιλάω. Γιατί εκείνη, όχι απλώς μου μιλάει, αλλά με βρίζει.
ι κάνεις εκεί";
"Έχω δουλειά"!
"Και τι έκανες δυο μέρες που είχες ρεπό; Έξυνες τ΄ αρ**δια σου";
Αλλά κάντε υπομονή, να διαβάσετε πώς φθάσαμε σ αυτό το ευτυχές βράδυ: Γύρω στις 2 το μεσημέρι τηλεφώνησε σε εργαστήριο κατασκευής στρωμάτων, για να παραγγείλει ένα στρώμα. Της είπαν ότι είναι ανοιχτά ως τις 8.30 το βράδυ.
Στις 9.27 μ.μ. μου στέλνει, μέσω Yahoo msnger το εξής μήνυμα:
"Πάω να παραγγείλω το στρώμα".
Ήμουν σίγουρος ότι θα είχαμε κακά ξεμπερδέματα.
Στις 00.18 δέχτηκα τηλεφωνική κλήση. Εκείνη την ώρα μάζευα πράγματα, επειδή είχα σχολάσει.
"Τι κάνεις;"
"Καλά. Εσύ;"
"..."
"Συμβαίνει τίποτα Κατερίνα";
"..."
α μου πεις, ή να κλείσω";
"Έχω πάθει σοκ"...
"Γιατί";
"Ένας άνθρωπος με το δικό μου πρόβλημα έπεσε σε κώμα, μέσα στα χέρια μου. Περίμενα το ασθενοφόρο".
άλιστα. Πού είσαι τώρα";
"Δε με πιστεύεις";
"Δεν ξέρω αν πρέπει να σε πιστέψω ή όχι. Πού είσαι; Να έρθω να σε πάρω";
"Να πα να γαμ**είς που δε με πιστεύεις"!
Κλείσιμο τηλεφώνου.
Λίγο αργότερα, νέα κλήση:
"Τι κάνεις";
γώ καλά. Εσύ";
"..."
"Ναι";...
"..."
"Κοίτα, αν είναι να μη μιλάς, ας κλείσουμε".
ίσαι ένα γαϊδούρι! Σου λέω ότι έπαθα σοκ και ΄συ δε με πιστεύεις"!
εν είπα ότι δε σε πιστεύω. ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΕ ΠΙΣΤΕΨΩ Η ΟΧΙ! ΜΗΝ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΜΟΥ"!
ντε ρε φασίστα"!
Κλείσιμο τηλεφώνου.
Λίγο αργότερα, νέα κλήση:
"Δε μου λες..."
"Κατερίνα, σε παρακαλώ πολύ. Ξύπνησα στις 8, είχα ζόρικη μέρα, θα έχω άλλη μία ζόρικη μέρα αύριο. Φθάνει. Λυπήσου με! Μην μου κάνεις δύσκολη τη ζωή. Τι κακό σου έχω κάνει και με τυραννάς έτσι";
"Είσαι ένας μαλ**ας και μισός"!
Κλείσιμο τηλεφώνου.
Λίγο αργότερα, νέα κλήση. Δεν απαντώ. Λίγο αργότερα ξανακαλεί. Δεν απαντώ. Βρίσκομαι, πλέον, στο σπίτι. Χτυπάει το σταθερό. Ξέρω ότι είναι εκείνη, αλλά δεν μπορώ να μην το σηκώσω. Έχω και γονείς σε μεγάλη ηλικία, ποτέ δεν ξέρεις:
"Τώρα με έχεις κλειδώσει έξω από το σπίτι";
"Κατερίνα, σε παρακαλώ! Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Να μην έρθεις σπίτι. Να έρθεις σπίτι. Να πέσεις να κοιμηθείς εκεί που είσαι. Να πας σε κάποιον άλλον. Να πας στη θεία σου. Αλλά σταμάτα να με τυραννάς! Σε παρακαλώ, δηλαδή"!
Ήρθε λίγο αργότερα. Αυτήν την ώρα, βογγάει -άγνωστο γιατί- ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Τη μία λέει ότι πονάει η κοιλιά της. Την άλλη με ανεβοκατεβάζει μαλ**α. Σε αυτό το τελευταίο έχει δίκιο. Είμαι αποφασισμένος να μην της ξαναμιλήσω. Ε, και; Αφού αύριο το βράδυ, τύφλα στο μεθύσι, θα βρίσκεται έξω από τη δουλειά μου, καθισμένη στο πεζοδρόμιο, να κλαίει και να φωνάζει το όνομά μου...

ΥΓ. Πριν κάποιοι πουν γιατί τα γράφω όλα αυτά κι αν ζητάω οίκτο κι άλλες τέτοιες μαλ**ίες: Γράφω μόνον και μόνο για να ξεσπάσω. Κάτι σαν ψυχοθεραπεία, σαν ψυχόδραμα. Δεν περιμένω λύση από τα γραπτά, ή από τις συμβουλές. Περιμένω, όμως, από άλλους που ζουν το ίδιο ζόρι, να δείξουν περισσότερη τόλμη. Και να ξεκολλήσουν. Τελεία.

Πρώτη ανανέωση 01.48
Τελευταία ανανέωση 02.15

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

Εξ…ομολογία

Ξέρεις τι θα πει να μην θέλεις να ξυπνήσεις; Ξέρεις τι θα πει να ανοίγεις τα μάτια σου και να προσπαθείς να τα ξανακλείσεις με ένα φτιαχτό όνειρο; Ξέρεις τι θα πει να ξυπνάς με ντροπή και με άγχος; Ξέρεις τι θα πει να ονειρεύεσαι πότε θα πεθάνεις;
Αυτό είναι το πρωινό ξύπνημα του συζύγου του αλκοόλ ή κάθε άλλης εξάρτησης.
Την ώρα του καφέ έρχονται και οι άλλες ενοχές… Σκοτώνει, αλήθεια, όσους λίγους τού απέμειναν να τον αγαπούν.
Το μεσημέρι βιώνει καθημερινά την απόρριψη των πρώην φίλων, των συγγενών, των πρώην γνωστών, πλην εκείνων που μένουν κοντά, για την πλάκα.
Και μετά θέλει να ξεχάσει και αγκαλιάζει τον υγρό σύζυγο που τον περιμένει στη γωνιά για να τον ρουφήξει, να τον θάψει. Κάποιες φορές βοηθά, του δίνει κίνητρο να ζήσει η δουλειά. Άλλες του δίνει μια σπρωξιά στον γκρεμό του.
Παρέες δεν υπάρχουν, τον αποφεύγουν. Αυτούς που τον νοιάζονται, τους λίγους, τους αποφεύγει, τους φοβάται, δεν θέλει άλλο να τους πληγώσει.
Το βράδυ δεν είναι ποτέ γλυκό, δεν έρχεται να τον ξεκουράσει, αυτός ζητά να πνίξει στο σκοτάδι όσα έκανε στο φως της μέρας ή μάλλον των χρόνων που έφυγαν.

Κατερίνα
και για την αντιγραφή, Διαστήματας

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

Τελευταίο κείμενο

Δέχτηκα το εξής σχόλιο:


"Τελικά βλέποντας τα σχόλια τ άλλα κατάλαβα πως δεν κάνω λάθος...
Θα μιλήσω λίγο σκληρά και ίσως σου γίνω αντιπαθητική αλλά δεν με νοιάζει
δικαιολογίες θα βρίσκεις πολλές όπως πχ "Ή θα πω "τέλος, φεύγω από τη σχέση" ή "ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή" -κι η Βίσση έχει αποτύχει και στη Γιουροβίζιον"
Δεν θα βοηθηθείς από κανενός απάντηση γιατί υποψιάζομαι πως σου αρέσει να τραβάς των άλλων την προσοχή εκθέτοντας εδώ και καιρό ένα άρωστο άτομο -όσο και να μην το δέχεσαι ο αλκοολισμός είναι αρώστεια- παρουσιάζεις τον εαυτό σου σαν οσιομάρτυρα "Δειτε με τί κάνω πόσο το παλεύω" θέλεις να προκαλείς τον οίκτο των άλλων
Είστε και οι δύο άρωστοι το σκέφτηκες αυτό;; Όχι φυσικά...
Κι όμως είστε και οι δυό κι εσύ που δεν πίνεις.
Σκέψου το καλύτερα και 8α δεις πως έχω δίκιο.
Και ποτέ πουθενά γιατροί και ειδικοί δεν αντιμετωπίζουν δυό ασθενείς με τον ίδιο τρόπο
Όσο αντιπαθητική κι αν σου γινα πιστεύω την "εκμεταλεύεσε" την ασθένεια του αλκοολισμού κι αυτό είναι ότι χειρότερο μπορείς να κάνεις.
Ξεκίνα με το βιβλίο που σου είπα και πάψε πια να "εκθέτεις" έστω και ανώνυμα άρρωστα άτομα
Και πίστεψέ με εσύ ειδικά ότι και να κάνεις ΔΕΝ θα μπορέσεις να τη βοηθήσεις.
Αν μπορούσες θα είχε φανεί..
Άρα;;;;"

Η γράφουσα δεν μου έγινε αντιπαθητική. Απλά, κατάλαβα -έστω και αργά- ότι ο σκοπός του ποστ δεν έχει γίνει κατανοητός στους περισσότερους. Ίσως κι ο σκοπός των Blogs να μην έχει γίνει κατανοητός σε άλλους.
ΔΕΝ αποζήτησα αναγνώστες. Αν ήταν έτσι, θα έγραφα βιβλίο.
Θα μου πεις, ας κρατούσες ένα ημερολόγιο στο σπίτι σου. Σωστό κι αυτό.
Κι επειδή ίσως είναι σωστό, επειδή, ίσως, τελικά, τα blogs να μην είναι διαδικτυακά ημερολόγια αλλά ένας τρόπος διαφήμισης της μιζέριας του καθενός, βάζω εδώ ένα στοπ.
Το κλείνω το μαγαζί, τελεία και παύλα.
Για το θέμα αυτό θα μιλάω, όποτε έχω όρεξη, ή πόνο, με κάποιους κοντινούς ανθρώπους. Όσο για τους φίλους που έκανα μέσα από το Blog, θα τα λέμε με email, στο γνωστό:
diastimata@yahoo.gr

Σφίγγω το χέρι σας, που δεν βρίσκω πουθενά.

Καλή συνέχεια.

Δημήτρης

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Τρία κουτάκια μπίρα

Μια τσάντα. Φερμουάρ. Ανοίγω. Ένα άδειο και δυο γεμάτα κουτάκια μπίρα. Δεν είχαν περάσει ούτε 12 ώρες από την υπόσχεσή της.
Είναι αδύναμη. Αδύναμη να δώσει μια και να διαλύσει τον εφιάλτη της. Βουλιάζει, κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, στο ζουμί της. Πάντα θα βρίσκει μια αιτία για να πιεί. Είτε για να πανηγυρίσει, είτε για να γλιτώσει από το άγχος, είτε επειδή είναι στεναχωρημένη.
Εδώ και πέντε χρόνια μου λέει μπούρδες. Τη μία μπούρδα μετά την άλλη. Έχει πιεί χιλιάδες ευρώ σε μπίρα. Της έχουν κλέψει το μηχανάκι της και δεν βρήκε το κουράγιο να το αντικαταστήσει. Φοβισμένη ακόμη και σ αυτό: Στη μετακίνησή της. Ξέρει καλά ότι θα καταλήξει φυλακή, ή στο νεκροταφείο. Για το νεκροταφείο, όμως, δε δίνει δεκάρα. Τη φυλακή την τρέμει. Κι έτσι, από το να το κόψει, προτίμησε να μην ξαναγοράσει μηχανάκι. Να τριγυρνάει με ταξί και λεωφορεία, σκλάβος των αστικών συγκοινωνιών. Σκλάβος του πάθους της. Σκλάβος ενός ζουμιού από κριθάρι.
Κάποιοι την έχουν πάρει χαμπάρι. "Συνάδελφοι" βάζουν χέρι στο πορτοφόλι της, μέσα στο χώρο εργασίας της, όταν τη βρουν πιωμένη -κάθε βράδυ, δηλαδή. Ωραίοι άνθρωποι! Μη σας χάσουμε από πελάτες, ρεμάλια!
Τρία κουτάκια μπίρα. Τα βρήκα στην τσάντα της, πριν από λίγο. Κοιμάται στον καναπέ, όοπως κάθε βράδυ. Η ζωή μας, ως ζευγάρι, αρχίζει το πρωί, μετά τις συγνώμες και τελειώνει την ώρα που φεύγω για την πρωινή δουλειά, δυο ώρες αργότερα. Το 24ωρό μας έχει δύο, όλες κι όλες, ώρες. Το 24ωρό της έχει πέντε ώρες γερού ποτού. Δέκα ώρες αλκοολικού κώματος. Κι άλλες επτά ώρες κρυφτούλι. Κρυφτούλι με τον εαυτό της. Γιατί, αν πιστεύει ότι με ξεγελάει όταν παίζει την στεγνή, πλανάται πλάνην οικτράν.
Αύριο έρχονται οι γονείς της, από την επαρχιακή πόλη στην οποία ζουν. Κάποιοι θα μου πουν "ευκαιρία είναι, μίλησέ τους και δώσε ένα τέλος".
Ο πατέρας της θα κάνει βιοψία. Τελεία.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Γενναιοδωρία

Περασμένα μεσάνυχτα. Τον είδαμε στα φανάρια του Νοσοκομείου Β ΙΚΑ, στο Φοίνικα. Γνώριμη φιγούρα. Γερασμένος, ή από τα βάσανα ή από το ποτό, παρακαλούσε τους οδηγούς να τον πάνε στο νοσοκομείο. Το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με γάζες.
Είναι η μανία του. Με το που πίνει, για έναν άγνωστο λόγο, πηγαίνει στο διανυκτερεύον και ζητά να του μπαντάρουν τα τραύματα. Οι γιατροί, μη μπορώντας να κάνουν αλλοιώς, βάζουν συνήθως μια νοσοκόμα να τον τυλίξει με κάποιον επίδεσμο. Κι έπειτα καλούν ασθενοφόρο, για να μεταφερθεί στην ψυχιατρική κλινική που εφημερεύει. Καθώς το προσωπικό δεν επαρκεί, εκείνος ξεφεύγει και βγαινει στο δρόμο, για να επιστρέψει μετά από λίγο, έως ότου έρθει το ασθενοφόρο του.
Τον είδε στα φανάρια. Έλυσε τη ζώνη της, να πάει να τον βοηθήσει. Τη σταμάτησα. Πήγα να της εξηγήσω, ότι ο παπούς δεν έχει τίποτα, παρά μια θολούρα στο μυαλό κι εκείνη δε θα μπορούσε να του κάνει το παραμικρό.
Γύρισε, με κοίταξε με βλέμμα άγριο, θυμωμένο: "Θα ΄θελα να ΄ξερα... Αγάπησες ποτέ κανέναν εκτός από τον εαυτό σου; Ήσουν ποτέ γενναιόδωρος; Είτε εσύ, είτε κανείς από την οικογένειά σου";
Δε μίλησα. Τι να πω άλλωστε; Φθάσαμε σπίτι και ήθελα να ποστάρω κάτι γι αυτό. Να ψυχαναλυθώ. Κάθισα μπροστά στο κομπιούτερ. Ήρθε δίπλα μου.
"Εδώ θα καθίσεις";
Πήγα ν ανοίξω το στόμα μου. Δεν πρόλαβα.
"Κάνε ό,τι θες. Εξάλλου, εσύ μόνον το κομπιούτερ σου αγαπάς"!
Πήρε μια μπίρα και χώθηκε στην τουαλέτα, με ένα τσιγάρο. Άφησε το νερό στη μπανιέρα να τρέχει. Ανησύχησα. Με τη δικαιολογία ότι κάτι ήθελα να πάρω, την ανάγκασα και βγήκε έξω. Πήγε και κοιμήθηκε στο άλλο δωμάτιο.
Το πρωί, την ώρα που έγραφα αυτές τις γραμμές, ήρθε δίπλα μου.
"Συγνώμη. Ήπια πάλι. Το ξέρω, δεν έχω δικαιολογία. Είχαν περάσει, όμως, τόσες μέρες... Είχα ένα πρόβλημα στη δουλειά και μ΄ έριξε..."
"Ρε Κατερίνα, μήπως στο μεθύσι σου λες αλήθειες; Μήπως έχουμε άλλο πρόβλημα, μεταξύ μας, στη σχέση μας";
"Το πρόβλημα το έχω εγώ. Ήμουν σίγουρη ότι, τόσες μέρες που κατάφερα να το ελέγξω, είχα καταφέρει να απαλλαγώ. Έκανα λάθος".
Το κακό ρε γαμώ το, είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

Υπαρξιακά ερωτήματα

Έχει μέρες τώρα που σκέφτομαι αν αξίζει, πραγματικά, να γράφω. Οι αλλαγές είναι ελάχιστες. Δηλαδή, τι ελάχιστες, ανύπαρκτες... Τι να γράψω, τι να σας πω...
Πείτε μου: Την Τετάρτη πήγε στη δουλειά πιωμένη. Το βράδυ ήταν γκολ. Στην επιστροφή, στο αυτοκίνητο, ήμουν αμίλητος. Προσπάθησε, δύο φορές, να ανοίξει κουβέντα. Μου ήταν αδύνατο να βγάλω έστω και μια λέξη. Όταν φθάσαμε στο σπίτι, ήξερα ότι, σε κάποια στιγμή, θα ξεσπούσε ένας δυνατός καβγάς.
Πήγα και κάθισα στο κομπιούτερ. Την άκουγα, στο άλλο δωμάτιο, να πασχίζει να βγάλει τα ρούχα της. Δεν τα κατάφερνε. Με φώναξε να τη βοηθήσω. Δεν μπορούσε να φορέσει τις πιτζάμες της. Αρνήθηκα. Θα μου πείτε «προκαλείς την τύχη σου»! Ναι, έτσι είναι, αλλά ώρες - ώρες μου είναι αδύνατο να κάνω διαφορετικά.
Με κόπους και βάσανα κατάφερε να βάλει ένα ζευγάρι πιτζάμες. Άλλο πάνω, άλλο κάτω. Ήρθε εκεί που καθόμουν. Δεν είχα γράψει ούτε γραμμή. Κι αυτό μου ήταν αδύνατο να το κάνω. Ακόμη και η ψυχανάλυση φάνταζε βουνό. Δεν είπε τίποτα. Δεν καβγάδισε, όπως άλλες φορές. Προσπάθησε να με αγκαλιάσει. Την έσπρωξα μαλακά. Έφυγε. Πήγε και ξάπλωσε στον καναπέ. Έβαλε τα κλάματα. Ένα κλάμα σιγανό, σχεδόν βουβό. Έτσι την πήρε ο ύπνος. Σε δέκα λεπτά, είχε πέσει σε αλκοολικό κώμα.
Πέμπτη πρωί. Έφυγα, για την πρωινή δουλειά, χωρίς να την ξυπνήσω, χωρίς τις γνωστές φωνές, χωρίς να αποσπάσω κάποια υπόσχεση. Μου τηλεφώνησε το μεσημέρι, να μου πει ότι ήταν η μέρα του ρεπό της. Έτσι βρεθήκαμε βράδυ, μετά τη βραδινή μου δουλειά. Ήταν στεγνή. Προσπαθούσε να κάνει χιούμορ. Είδαμε μια κωμωδία στην τηλεόραση. Την τραγωδία τη ζούμε, δεν είναι ανάγκη και να τη βλέπουμε. Χθες, είχαμε διάλλειμμα.
Λοιπόν; Αξίζει τον κόπο να γράφω;

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

Επιστροφή

Επιστρέφει. Την ώρα αυτή είναι στο Ιντερσίτι. Προορισμός, Θεσσαλονίκη. Και οι Αλκυονίδες θα ανήκουν, πλέον, στο παρελθόν.
Γιατί -δεν σας τα είπα τα νέα- από τη Δευτέρα ήμουν μόνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόλαβα να καταλάβω εργένικη ζωή. Λίγο τη Δευτέρα που την πήγα στο σταθμό, λίγο την Τρίτη που χάλασε το λαπ τοπ κι έτρεχα να παραγγείλω νέο Pc, αφού αποφάσισα να χρησιμοποιώ το λαπ τοπ ως λαπ τοπ κι όχι ως βιομηχανικό εργαλείο, λίγο που την Τετάρτη με τράκαρε ένας ταξιτζής κι έφυγε, κύριος, λες και δεν είχε συμβεί το παραμικρό, λίγο που την Πέμπτη είχε πάρα πολλή δουλειά, έφθασε η Παρασκευή κι ούτε κατάλαβα ότι έλειπε.
Και τώρα, τα κεφάλια μέσα. Για να καταλάβετε, ενώ τις προηγούμενες ημέρες μου τηλεφωνούσε κάθε τόσο (ειδικά το βράδυ έπαιρνε πάντα στη 1.30, ώρα που επιστρέφω στο σπίτι και πάντα στο σταθερό, σα ξυπνητήρι, για να τσεκάρει), σήμερα με πήρε το πρωί κι από τότε αγνοείται η τύχη της. Χάθηκε κάπου στα στενά της Πλάκας και στο Μοναστηράκι, αγοράζοντας βινύλια. Την πέτυχα, με τα χίλια ζόρια, στην αποβάθρα του σταθμού. Με το ζόρι άρθρωνε μια κουβέντα.
Δεν ξέρω τι θα συναντήσω, αν και το υποψιάζομαι.
Τα λέμε...

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

Αλκυονίδες ημέρες

Ζούμε τις αλκυονίδες μας. Ζούμε τόσες μέρες στη λιακάδα. Χωρίς προβλήματα. Χωρίς φωνές, βρισιές, φασαρίες. Χωρίς ποτό.
Ο φόβος(;) της φυγής μου από τη σχέση φαίνεται να άλλαξε κάποια πράγματα. Πιάνω τον εαυτό μου να κάνει αισιόδοξες σκέψεις. Γιατί το θέλει... Γιατί το επιθυμεί.
Ξέρω ότι δεν πρέπει να παίρνω θάρρος. Ξέρω ότι πρέπει να περπατάω με σιγανά, προσεκτικά βήματα. Ξέρω ότι αύριο, ίσως μεθαύριο, μπορεί να ξαναζήσω τα ίδια. Νοιώθω, όμως, ότι αν σταματήσω να ελπίζω, δε θα έχει σημασία αν είμαι κοντά ή μακριά της.
Αυτό δε σημαίνει ότι σταμάτησα την προσπάθεια εξόδου. Συνεχίζω να ψάχνω σπίτι -αν και προχθές απογοητεύτηκα από τιμές και κατάσταση των σπιτιών. Η ίδια αποφεύγει να ρωτάει για το θέμα κι εγώ να αναφέρομαι σε αυτό. Η ζωή μας είναι, απλώς, κοινή κι όχι ζωή ενός ζευγαριού.
Χρειαζόμαστε χρόνο.
Αλήθεια, πόσο κρατάνε οι Αλκυονίδες;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2007

Δυο μέρες τώρα


Πρωί Τρίτης. Ουρλιάζω σαν φρενοβλαβής. Τα λέω έξω από τα δόντια, ότι δεν θέλω, άλλο, να ζω τέτοια κατάσταση. Περιμένω να ζητήσει συγνώμη (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Με εκπλήσσει. Πέφτει στα γόνατα, μου φιλάει τα πόδια…

Λύγισα εκείνη τη στιγμή. Λίγο αργότερα, όταν άρχισε τα παιχνίδια, θυμήθηκα τον araxne. Άρχισα, πάλι, να σκέφτομαι λογικά. Ζήτησα να σταματήσει. Κατσούφιασε. Της είπα ότι δρομολογώ την αναχώρησή μου. Δεν είπε τίποτα. Έφυγα για τη δουλειά.

Γύρισα απογευματάκι. Για να κατεβούμε μαζί στη βραδινή δουλειά και, κυρίως, να δω τι έγινε. Είχε ετοιμάσει φαγητό. Ήταν αισιόδοξη, άρχισε να λέει ότι μαζί θα το νικήσουμε. Ήθελα να της πω ότι δεν πρόκειται να νικήσουμε τίποτε, γιατί δεν θέλει να νικήσει τίποτε. Γιατί το αλκοόλ την έχει νικήσει. Την έχει πατήσει κάτω. Την έχει λιώσει. Την έχει κάνει ένα με το χώμα. Ή, μάλλον, την έχει βάλει μέσα στο χώμα: Την έχει θάψει! Αντ΄ αυτού δεν είπα τίποτα. Κατάλαβε, από την έκφρασή μου, ότι δεν το πιστεύω, πλέον.

Βράδυ, έφυγε δυο ώρες πριν το κανονικό από τη δουλειά της. Πήγε σε έναν φίλο της, να του πει χρόνια πολλά. Μέσα στη βροχή (και μέσα στο αυτοκίνητο, φυσικά) περίμενα δυο ώρες, να χαιρετηθούν και να ΄ρθει, για να επιστρέψουμε σπίτι. Μου το είχε ζητήσει.

Φυσικά ήταν λιώμα.

Πρωί Τετάρτης. Δεν έχω καμία όρεξη να πάω στην πρωινή μου δουλειά. Κάθομαι απέναντι από την τηλεόραση, αλλά δεν βλέπω τίποτα. Σκέφτομαι πώς να δρομολογήσω αυτήν την αναχώρηση. Δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Δεν έχεις να κάνεις με μια σχέση δυο τινέιτζερ. Έχεις να κάνεις με ένα νοικοκυριό τεσσάρων χρόνων. Ακόμη και τις κουρτίνες πρέπει να χωρίσουμε.

Σηκώνεται. Δε μιλάμε. Ανάβει τσιγάρο (είναι η δεύτερή της εξάρτηση. Καπνίζει περίπου τρία πακέτα την ημέρα. Για μένα, που το έχω κόψει, είναι ένα άλλο μαρτύριο, αλλά αυτό, τέλος πάντων, το αντέχεις, αφού δεν έχει να κάνει με κοινωνικό αποκλεισμό). Κάποια στιγμή θα αποφασίσει να μου μιλήσει. Πάλι παρακάλια. Αυτήν τη φορά μιλάω.

-Τζάμπα κόπος είναι Κατερίνα… Κόπος και για σένα και για μένα…

Γίνεται κομμάτια, το βλέπω. Καταρρέει. Προσπαθεί να κρατήσει το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα και αυτό της φαίνεται βαρύ, ασήκωτο. Τρέμουν τα γόνατά της. Κάθεται.

-Γιατί δεν πήγες στη δουλειά;

-Δεν έχω όρεξη. Δε θέλω να κάνω τίποτα. Και γι αυτό ευθύνεται αυτή η κατάσταση.

-Εγώ φταίω…

-Όχι εσύ. Αυτή η κατάσταση.

-Εγώ φταίω… Πάνε στη δουλειά σου.

Σηκώνομαι με κόπο. Πηγαίνω στην τουαλέτα. Την ακούω να τηλεφωνεί. Κλείνει ραντεβού στον οδοντίατρο. Μιλάνε. Έρχεται στην πόρτα.

-Θα πάω για εξαγωγή αύριο. Μπορείς να με πας;

-Θα σε πάω. Τι ώρα;

-Στη 1.

-Ρε Κατερίνα, έχω επαγγελματικό ραντεβού στη 1.30 δίπλα στον οδοντίατρο. Τι να κάνω μισή ώρα;

-Θα ψάχνεις να παρκάρεις…

-Καλά…

Όταν γύρισα από τη δουλειά τη βρήκα να στολίζεται. Μου είπε ότι δεν πεινούσε, γιατί είχε φάει πριν λίγο και μου ΄βαλε να φαρμακώσω μόνος μου.

Παρένθεση. Η Κατερίνα, όταν έχει πιει λίγο, κάνει τα εξής:

1. Χαζογελάει. Δηλαδή, με κάποιο αστείο, γελάει εύκολα.

2. Σφυρίζει. Δεκάδες τραγούδια. Ό,τι της έρχεται στην κούτρα.

3. Μουρμουρίζει. Ακαταλαβίστικα πράγματα. Προσευχές, κατάρες, θα σας γελάσω.

4. Δεν τρώει. Προφασίζεται διάφορα, ότι έχει φάει, ότι πονάει το στομάχι της, πάντως δεν τρώει.

5. Ντύνεται προκλητικά. Δηλαδή μίνι, σκουλαρίκι στη μύτη, ψηλοτάκουνα, περίεργα καλσόν, βάφεται λατερνέ, φοράει περίεργες σέξι ζώνες, ό,τι μπορεί να τραβήξει πάνω της βλέμματα.

6. Ακούει δυνατά μουσική. Κλείνει η παρένθεση.

Είχαμε δύο στα έξι. Ήμουν σίγουρος ότι κάπου είχε κρύψει ένα κουτάκι μπίρα και, καθώς ντυνόταν, βαφόταν και χτενιζόταν, έπινε κι από καμία τζούρα. Αυτό θα εξελίσσονταν ως εξής:

Σε μέτριο μεθύσι:

1. Πιάνει κουβέντα για άσχετα πράγματα. Θυμάται καταστάσεις και πράγματα που την πείραξαν προ δεκαετίας και φέρεται λες και μόλις έχουν συμβεί.

2. Τα βάζει με τη δουλειά της. Θυμάται πόσο καλή είναι και πώς την έχουν παραγκωνίσει.

3. Καπνίζει το ένα πίσω από το άλλο, ρουφώντας τον καπνό όσο μπορεί περισσότερο και εκπνέοντάς τον με θόρυβο.

4. Προσπαθεί να με απομακρύνει, με κάθε τρόπο, από το σημείο που έχει κρυμμένο το ποτήρι, ή το μπουκάλι, ή το κουκτάκι.

5. Με στέλνει να ζεστάνω το αυτοκίνητο (λες και είναι κανένας πύραυλος, που θέλει να γεμίσει υγρό άζωτο και οξυγόνο) κι εκείνη πίνει τις τελευταίες γουλιές.

6. Με το που μπαίνει στο αυτοκίνητο θυμάται ότι κάτι ξέχασε κι επιστρέφει στο διαμέρισμα –και στο κρυμμένο ποτό.

7. Τα βάζει με μένα. Με τον τρόπο που οδηγώ, με τον τρόπο που φρενάρω, με τον τρόπο που μιλάω.

8. Τα βάζει με τη μάνα της. Για διάφορους λόγους.

9. Τα βάζει με τον αδελφό της. Επίσης για διάφορους λόγους.

10. Τα βάζει με τον αδελφό μου. Επειδή είναι αναβλητικός, επειδή έχει κουραστεί από τη δουλειά του και βολεύεται με το ταμείο ανεργίας, επειδή μένει με τους γονείς μου, στο ίδιο σπίτι, αν και οικογενειάρχης και πατέρας ενός παιδιού (περιμένει και δεύτερο).

Μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο και να φύγουμε, είχε κάνει τα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7. Γλίτωσαν οι υπόλοιποι.

Σε μεγάλο μεθύσι:

1. Εξαφανίζεται.

2. Κλείνει το κινητό.

3. Αφήνει ανοικτό το κομπιούτερ στη δουλειά, για να νομίζω, από το ανοικτό μέσεντζερ, ότι δουλεύει ακόμη, ενώ εκείνη είναι σε μπιραρία, ή μπαρ.

4. Μου τηλεφωνεί όποτε θελήσει ταξί, για να τη μεταφέρω κάπου.

5. Έχει παραισθήσεις.

6. Τα βάζει μαζί μου και μου επιτίθεται.

7. Τα βάζει με όποιον δει, πιστεύοντας ότι κάτι κακό σκοπεύει να της κάνει.

8. Πέφτει σε αλκοολικό κώμα. Δηλαδή κοιμάται όπου βρει, με τα ρούχα, χωρίς να καταλαβαίνει το παραμικρό.

9. παραμιλάει και φωνάζει στον ύπνο της.

10. Αν την ξυπνήσεις, την έβαψες.

Τα μεσάνυχτα είχε κάνει τα 1, 2, 3. Στις 12.30 μου τηλεφώνησε (έκανε και το 4). Πήγα να την πάρω από το σνακ μπαρ όπου υποτίθεται βρισκόταν.

Το θέαμα μ΄ έκανε να κλάψω: Ένας άνθρωπος μπροστά στο δοχείο απορριμμάτων, έτρωγε σάντουιτς. Κάθε τόσο άπλωνε το χέρι του στα σκουπίδια, έπαιρνε μία πατάτα, ή ό,τι άλλο έβρισκε πεταμένο και το ΄τρωγε. Μασούσε με το κεφάλι σκυφτό, με κινήσεις αργές, με το στόμα ανοιχτό, τα σάλια να τρέχουν. Ήταν η Κατερίνα.

Παρένθεση. Καθόμουν εδώ και 20 λεπτά μπροστά στο κείμενο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να κόψω την παραπάνω παράγραφο. Είναι σκληρή και για μένα και για εκείνη και για όσους διαβάζουν. Θα την αφήσω, τελικά. Μπορεί, κάποια στιγμή, να την κόψω, αφήνοντας αυτήν την παράγραφο. Για την περίπτωση που την έκοψα, να πω ότι, με το που πήγα στο σνακ μπαρ αντίκρισα μια εικόνα που μ΄ έκανε να κλάψω. Αυτά. Κλείνει η παρένθεση.

Στο γυρισμό προς το σπίτι, έτρωγε μέσα στο αυτοκίνητο. Σάλτσες, κρεμμύδια και δεν ξέρω τι άλλο, έπεφταν πάνω της. Το αυτοκίνητο μύριζε όλο σαν ψησταριά. Άνοιξα τα παράθυρα και φθάσαμε στο 6.

-Δε σε νοιάζει αν παγώσω.

-Μυρίζει όλο το αυτοκίνητο.

-Κι εσύ μυρίζεις. Με ρωτάς αν αντέχω τις κλανιές σου;

-Τι μου λες τώρα;

-Δεν κλάνεις όταν πηγαίνεις στην τουαλέτα;

-Και τι θες; Να μην πηγαίνω; Καλά, είναι κουβέντα αυτή που κάνουμε;

-Βέβαια! Δεν ξέρεις τι να πεις! Έτσι και το πρωί. Στα αρχίδια σου για το αν αύριο θα βγάλω ένα δόντι. Σε ενδιέφερε τι θα κάνεις μισή ώρα!

Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσω. Είχε φθάσει στο σημείο να έχει δίκιο. Και, αισίως, φθάσαμε στο 5.

Μπαίνοντας στο σπίτι, προσπάθησε να μου κλείσει την πόρτα στη μούρη, επειδή της ζήτησα να μη χτυπά τις πόρτες του αυτοκινήτου. Έβαλα το χέρι μου, να προστατευθώ. Η πόρτα χτύπησε πάνω μου και γύρισε προς το μέρος της. Την απέφυγε. Γλίστρησε. Έπεσε στις σκάλες. Ευτυχώς, κάθισε. Έμεινε εκεί. Σκυμμένη, να κλαίει, που τη χτύπησα και την πέταξα κάτω. Ήταν αδύνατο να την πείσω ότι δεν έγινε έτσι. Κατάφερα να την ανεβάσω στο διαμέρισμα. Βγήκε στο μπαλκόνι και ξάπλωσε κάτω. Φοβήθηκα μήπως πηδήσει (το χει κάνει, το καλοκαίρι του 2004 –μένουμε στον πρώτο, μην τρελαίνεστε). Την έβαλα μέσα. Κάθισε στον καναπέ, πέταξε κάτω τα κλειδιά της και φθάσαμε και στο νούμερο 8. Κοιμήθηκε όρθια, με τα χέρια στις τσέπες, φορώντας τις ψηλοτάκουνες μπότες της, το μαύρο κολάν, τη μίνι φούστα, το δερμάτινο μπουφάν, τα γυαλιά της, με νύχι και μάτι βαμμένο, λες και θα βγει έξω.

Εγώ; Ποστάρω για ψυχανάλυση. Κι έχω την αγωνία να με τρώει. Να πάω να κοιμηθώ λες και δεν έγινε τίποτα; Κι αν ξυπνήσει και κάνει (πάλι) κακό στον εαυτό της; Αν κάνει κακό σε μένα; Αν κάνει κακό σε κάποια αντικείμενα, στο σπίτι; Να ξαγρυπνήσω μπροστά στο κομπιούτερ;

Εδώ σας θέλω…

Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2007

Κάπου να τα πω μη σκάσω

Είναι τέσσερις παρά 10 το ξημέρωμα. Τα χέρια μου τρέμουν, το στήθος μου με σφίγγει κι έχω πίεση 23 η μεγάλη και 13 η μικρή. Το στόμα μου κολλάει, δείγμα ότι το ζάχαρό μου έχει ανέβει σε δύσκολους αριθμούς.
Αν υπάρχει Θεός, ας με βοηθήσει κάπως. Δεν ξέρω πώς, αλλά εκείνος θα ξέρει. Αν υπάρχουν φίλοι, ας διαβάσουν και ας χτυπήσουν την πλάτη. Τι άλλο να κάνουν κι αυτοί. Τους έχω κάνει κοινωνούς στη μιζέρια.
Λοιπόν: Η Πρωτοχρονιά ξεκίνησε με την τελευταία μου προσπάθεια να αποδεχτώ ότι δεν έχει συμβεί το παραμικρό. Ή να αποδεχτώ ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Κάναμε έρωτα. Πήγαμε στους δικούς μου για φαγητό. Την πήγα στη δουλειά (ναι, δουλεύει τέτοια μέρα και μάλιστα ως αργά).
Στις 11.30 μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Μου είπε ότι θα επέστρεφε με κάτι συναδέλφους.
Στις 2.25 -και μετά από καμια εικοσαριά αναπάντητες κλήσεις- εδέησε να το σηκώσει. Μου είπε ότι ήταν για ένα ποτό, με τα παιδιά της δουλειάς και θα ξεκινούσαν για το σπίτι.
Ως αυτήν την ώρα, 4 τα ξημερώματα, δεν έχει έρθει. Στις 3.35 προσπάθησα να την ξαναβρώ στο κινητό. Έκανα 3 αναπάντητες και στην τέταρτη η γραμμή κόπηκε. Το ΄κλεισε; Τέλειωσε η μπαταρία; Δεν ξέρω και δεν έχει σημασία.
Χτυπάω τα πλήκτρα με όλη μου τη δύναμη. Θα διαλύσω το λαπτοπ. Θέλω να τα διαλύσω όλα εδώ μέσα. Τα δυο γατιά της κλαίνε συνέχεια και δεν έχω καμία όρεξη να δω για ποιο λόγο. Αυτήν τη στιγμή δε με νοιάζει, ό,τι κι αν πάθουν. Δε με νοιάζει ακόμη κι αν πάθει κάτι η ίδια. Δεν τη νοιάζει, στο κάτω - κάτω.
Δεν μπορώ, όμως, να πέσω να κοιμηθώ λες και δεν έχει συμβεί το παραμικρό. Οι σφυγμοί μου πάνε σαν τρελοί. Με πατημένα τα 40 αρχίζω και πιστεύω ότι το εγκεφαλικό είναι κοντά. Κι αν δεν έρθει απόψε, θα έρθει την επόμενη φορά.
Και τώρα τα δύσκολα. Χωρίζω. Πόσο θα διαρκέσει αυτή η διαδικασία, δεν γνωρίζω. Μάλλον θα διαρκέσει πολύ. Φοβάμαι ότι, αύριο το βράδυ, θα επιστρέψει πιωμένη στο σπίτι και θα καταστρέψει κάποια από τα πράγματά μου πάνω στο μεθύσι της, από τη στιγμή που θα της έχω ανακοινώσει την απόφασή μου. Πράγματα που μάζεψα με κόπους και βάσανα μετά το διαζύγιό μου. Βλέπετε, είχα την τύχη να χωρίσω και πριν πέντε χρόνια και ν αφήσω ουκ ολίγα, καθότι υπήρχε κι ένα παιδί.
Πρέπει να βρω σπίτι. Δηλαδή, να εξοικονομήσω χρήματα για τη μετακόμιση. Κανένα χιλιάρικο για τη μετακόμιση, άλλα τόσα για τα ενοίκια. Κι άντε να μετακομίσεις μέσα στο χειμώνα. Και τα έξοδα τρέχουν: διατροφή, το σχολείο του παιδιού, κάρτες, δάνεια, βενζίνες...
Μ αρέσει που πριν 15 μέρες αγοράσαμε μια βιβλιοθήκη. Τώρα θα μείνω με δύο βιβλιοθήκες, μια κρεβατοκάμαρα, δυο διπλούς καναπέδες, ένα γραφείο και ένα τραπεζάκι σαλονιού. That;s all falks. Έτσι γράφεται; Τώρα δεν είμαι σε κατάσταση να σκεφτώ πώς γράφεται μια λέξη.
Από ηλεκτρικές συσκευές, πάω καλά: έχω ψυγείο, ένα κουζινάκι της πλάκας, 32άρα τηλεόραση, χόουμ θίατερ, ντι βι ντι, πικ απ, τέσσερα ηχεία. Έχω έναν πίνακα αξίας και δυο ζωγραφιές της κόρης μου (ακόμη μεγαλύτερης αξίας). Έχω εκατοντάδες βιβλία και εκατοντάδες dvd και cd και μερικές δεκάδες βινύλια. Αυτά. Άντε να τα ζαλωθώ, να φύγω. Γιατί προκοπή εδώ δεν έχει. Μπας και σώσω και τίποτα, δηλαδή, από την αλκοολική μανία της.