Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

Εξ…ομολογία

Ξέρεις τι θα πει να μην θέλεις να ξυπνήσεις; Ξέρεις τι θα πει να ανοίγεις τα μάτια σου και να προσπαθείς να τα ξανακλείσεις με ένα φτιαχτό όνειρο; Ξέρεις τι θα πει να ξυπνάς με ντροπή και με άγχος; Ξέρεις τι θα πει να ονειρεύεσαι πότε θα πεθάνεις;
Αυτό είναι το πρωινό ξύπνημα του συζύγου του αλκοόλ ή κάθε άλλης εξάρτησης.
Την ώρα του καφέ έρχονται και οι άλλες ενοχές… Σκοτώνει, αλήθεια, όσους λίγους τού απέμειναν να τον αγαπούν.
Το μεσημέρι βιώνει καθημερινά την απόρριψη των πρώην φίλων, των συγγενών, των πρώην γνωστών, πλην εκείνων που μένουν κοντά, για την πλάκα.
Και μετά θέλει να ξεχάσει και αγκαλιάζει τον υγρό σύζυγο που τον περιμένει στη γωνιά για να τον ρουφήξει, να τον θάψει. Κάποιες φορές βοηθά, του δίνει κίνητρο να ζήσει η δουλειά. Άλλες του δίνει μια σπρωξιά στον γκρεμό του.
Παρέες δεν υπάρχουν, τον αποφεύγουν. Αυτούς που τον νοιάζονται, τους λίγους, τους αποφεύγει, τους φοβάται, δεν θέλει άλλο να τους πληγώσει.
Το βράδυ δεν είναι ποτέ γλυκό, δεν έρχεται να τον ξεκουράσει, αυτός ζητά να πνίξει στο σκοτάδι όσα έκανε στο φως της μέρας ή μάλλον των χρόνων που έφυγαν.

Κατερίνα
και για την αντιγραφή, Διαστήματας

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

Τελευταίο κείμενο

Δέχτηκα το εξής σχόλιο:


"Τελικά βλέποντας τα σχόλια τ άλλα κατάλαβα πως δεν κάνω λάθος...
Θα μιλήσω λίγο σκληρά και ίσως σου γίνω αντιπαθητική αλλά δεν με νοιάζει
δικαιολογίες θα βρίσκεις πολλές όπως πχ "Ή θα πω "τέλος, φεύγω από τη σχέση" ή "ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή" -κι η Βίσση έχει αποτύχει και στη Γιουροβίζιον"
Δεν θα βοηθηθείς από κανενός απάντηση γιατί υποψιάζομαι πως σου αρέσει να τραβάς των άλλων την προσοχή εκθέτοντας εδώ και καιρό ένα άρωστο άτομο -όσο και να μην το δέχεσαι ο αλκοολισμός είναι αρώστεια- παρουσιάζεις τον εαυτό σου σαν οσιομάρτυρα "Δειτε με τί κάνω πόσο το παλεύω" θέλεις να προκαλείς τον οίκτο των άλλων
Είστε και οι δύο άρωστοι το σκέφτηκες αυτό;; Όχι φυσικά...
Κι όμως είστε και οι δυό κι εσύ που δεν πίνεις.
Σκέψου το καλύτερα και 8α δεις πως έχω δίκιο.
Και ποτέ πουθενά γιατροί και ειδικοί δεν αντιμετωπίζουν δυό ασθενείς με τον ίδιο τρόπο
Όσο αντιπαθητική κι αν σου γινα πιστεύω την "εκμεταλεύεσε" την ασθένεια του αλκοολισμού κι αυτό είναι ότι χειρότερο μπορείς να κάνεις.
Ξεκίνα με το βιβλίο που σου είπα και πάψε πια να "εκθέτεις" έστω και ανώνυμα άρρωστα άτομα
Και πίστεψέ με εσύ ειδικά ότι και να κάνεις ΔΕΝ θα μπορέσεις να τη βοηθήσεις.
Αν μπορούσες θα είχε φανεί..
Άρα;;;;"

Η γράφουσα δεν μου έγινε αντιπαθητική. Απλά, κατάλαβα -έστω και αργά- ότι ο σκοπός του ποστ δεν έχει γίνει κατανοητός στους περισσότερους. Ίσως κι ο σκοπός των Blogs να μην έχει γίνει κατανοητός σε άλλους.
ΔΕΝ αποζήτησα αναγνώστες. Αν ήταν έτσι, θα έγραφα βιβλίο.
Θα μου πεις, ας κρατούσες ένα ημερολόγιο στο σπίτι σου. Σωστό κι αυτό.
Κι επειδή ίσως είναι σωστό, επειδή, ίσως, τελικά, τα blogs να μην είναι διαδικτυακά ημερολόγια αλλά ένας τρόπος διαφήμισης της μιζέριας του καθενός, βάζω εδώ ένα στοπ.
Το κλείνω το μαγαζί, τελεία και παύλα.
Για το θέμα αυτό θα μιλάω, όποτε έχω όρεξη, ή πόνο, με κάποιους κοντινούς ανθρώπους. Όσο για τους φίλους που έκανα μέσα από το Blog, θα τα λέμε με email, στο γνωστό:
diastimata@yahoo.gr

Σφίγγω το χέρι σας, που δεν βρίσκω πουθενά.

Καλή συνέχεια.

Δημήτρης

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Τρία κουτάκια μπίρα

Μια τσάντα. Φερμουάρ. Ανοίγω. Ένα άδειο και δυο γεμάτα κουτάκια μπίρα. Δεν είχαν περάσει ούτε 12 ώρες από την υπόσχεσή της.
Είναι αδύναμη. Αδύναμη να δώσει μια και να διαλύσει τον εφιάλτη της. Βουλιάζει, κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, στο ζουμί της. Πάντα θα βρίσκει μια αιτία για να πιεί. Είτε για να πανηγυρίσει, είτε για να γλιτώσει από το άγχος, είτε επειδή είναι στεναχωρημένη.
Εδώ και πέντε χρόνια μου λέει μπούρδες. Τη μία μπούρδα μετά την άλλη. Έχει πιεί χιλιάδες ευρώ σε μπίρα. Της έχουν κλέψει το μηχανάκι της και δεν βρήκε το κουράγιο να το αντικαταστήσει. Φοβισμένη ακόμη και σ αυτό: Στη μετακίνησή της. Ξέρει καλά ότι θα καταλήξει φυλακή, ή στο νεκροταφείο. Για το νεκροταφείο, όμως, δε δίνει δεκάρα. Τη φυλακή την τρέμει. Κι έτσι, από το να το κόψει, προτίμησε να μην ξαναγοράσει μηχανάκι. Να τριγυρνάει με ταξί και λεωφορεία, σκλάβος των αστικών συγκοινωνιών. Σκλάβος του πάθους της. Σκλάβος ενός ζουμιού από κριθάρι.
Κάποιοι την έχουν πάρει χαμπάρι. "Συνάδελφοι" βάζουν χέρι στο πορτοφόλι της, μέσα στο χώρο εργασίας της, όταν τη βρουν πιωμένη -κάθε βράδυ, δηλαδή. Ωραίοι άνθρωποι! Μη σας χάσουμε από πελάτες, ρεμάλια!
Τρία κουτάκια μπίρα. Τα βρήκα στην τσάντα της, πριν από λίγο. Κοιμάται στον καναπέ, όοπως κάθε βράδυ. Η ζωή μας, ως ζευγάρι, αρχίζει το πρωί, μετά τις συγνώμες και τελειώνει την ώρα που φεύγω για την πρωινή δουλειά, δυο ώρες αργότερα. Το 24ωρό μας έχει δύο, όλες κι όλες, ώρες. Το 24ωρό της έχει πέντε ώρες γερού ποτού. Δέκα ώρες αλκοολικού κώματος. Κι άλλες επτά ώρες κρυφτούλι. Κρυφτούλι με τον εαυτό της. Γιατί, αν πιστεύει ότι με ξεγελάει όταν παίζει την στεγνή, πλανάται πλάνην οικτράν.
Αύριο έρχονται οι γονείς της, από την επαρχιακή πόλη στην οποία ζουν. Κάποιοι θα μου πουν "ευκαιρία είναι, μίλησέ τους και δώσε ένα τέλος".
Ο πατέρας της θα κάνει βιοψία. Τελεία.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Γενναιοδωρία

Περασμένα μεσάνυχτα. Τον είδαμε στα φανάρια του Νοσοκομείου Β ΙΚΑ, στο Φοίνικα. Γνώριμη φιγούρα. Γερασμένος, ή από τα βάσανα ή από το ποτό, παρακαλούσε τους οδηγούς να τον πάνε στο νοσοκομείο. Το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με γάζες.
Είναι η μανία του. Με το που πίνει, για έναν άγνωστο λόγο, πηγαίνει στο διανυκτερεύον και ζητά να του μπαντάρουν τα τραύματα. Οι γιατροί, μη μπορώντας να κάνουν αλλοιώς, βάζουν συνήθως μια νοσοκόμα να τον τυλίξει με κάποιον επίδεσμο. Κι έπειτα καλούν ασθενοφόρο, για να μεταφερθεί στην ψυχιατρική κλινική που εφημερεύει. Καθώς το προσωπικό δεν επαρκεί, εκείνος ξεφεύγει και βγαινει στο δρόμο, για να επιστρέψει μετά από λίγο, έως ότου έρθει το ασθενοφόρο του.
Τον είδε στα φανάρια. Έλυσε τη ζώνη της, να πάει να τον βοηθήσει. Τη σταμάτησα. Πήγα να της εξηγήσω, ότι ο παπούς δεν έχει τίποτα, παρά μια θολούρα στο μυαλό κι εκείνη δε θα μπορούσε να του κάνει το παραμικρό.
Γύρισε, με κοίταξε με βλέμμα άγριο, θυμωμένο: "Θα ΄θελα να ΄ξερα... Αγάπησες ποτέ κανέναν εκτός από τον εαυτό σου; Ήσουν ποτέ γενναιόδωρος; Είτε εσύ, είτε κανείς από την οικογένειά σου";
Δε μίλησα. Τι να πω άλλωστε; Φθάσαμε σπίτι και ήθελα να ποστάρω κάτι γι αυτό. Να ψυχαναλυθώ. Κάθισα μπροστά στο κομπιούτερ. Ήρθε δίπλα μου.
"Εδώ θα καθίσεις";
Πήγα ν ανοίξω το στόμα μου. Δεν πρόλαβα.
"Κάνε ό,τι θες. Εξάλλου, εσύ μόνον το κομπιούτερ σου αγαπάς"!
Πήρε μια μπίρα και χώθηκε στην τουαλέτα, με ένα τσιγάρο. Άφησε το νερό στη μπανιέρα να τρέχει. Ανησύχησα. Με τη δικαιολογία ότι κάτι ήθελα να πάρω, την ανάγκασα και βγήκε έξω. Πήγε και κοιμήθηκε στο άλλο δωμάτιο.
Το πρωί, την ώρα που έγραφα αυτές τις γραμμές, ήρθε δίπλα μου.
"Συγνώμη. Ήπια πάλι. Το ξέρω, δεν έχω δικαιολογία. Είχαν περάσει, όμως, τόσες μέρες... Είχα ένα πρόβλημα στη δουλειά και μ΄ έριξε..."
"Ρε Κατερίνα, μήπως στο μεθύσι σου λες αλήθειες; Μήπως έχουμε άλλο πρόβλημα, μεταξύ μας, στη σχέση μας";
"Το πρόβλημα το έχω εγώ. Ήμουν σίγουρη ότι, τόσες μέρες που κατάφερα να το ελέγξω, είχα καταφέρει να απαλλαγώ. Έκανα λάθος".
Το κακό ρε γαμώ το, είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

Υπαρξιακά ερωτήματα

Έχει μέρες τώρα που σκέφτομαι αν αξίζει, πραγματικά, να γράφω. Οι αλλαγές είναι ελάχιστες. Δηλαδή, τι ελάχιστες, ανύπαρκτες... Τι να γράψω, τι να σας πω...
Πείτε μου: Την Τετάρτη πήγε στη δουλειά πιωμένη. Το βράδυ ήταν γκολ. Στην επιστροφή, στο αυτοκίνητο, ήμουν αμίλητος. Προσπάθησε, δύο φορές, να ανοίξει κουβέντα. Μου ήταν αδύνατο να βγάλω έστω και μια λέξη. Όταν φθάσαμε στο σπίτι, ήξερα ότι, σε κάποια στιγμή, θα ξεσπούσε ένας δυνατός καβγάς.
Πήγα και κάθισα στο κομπιούτερ. Την άκουγα, στο άλλο δωμάτιο, να πασχίζει να βγάλει τα ρούχα της. Δεν τα κατάφερνε. Με φώναξε να τη βοηθήσω. Δεν μπορούσε να φορέσει τις πιτζάμες της. Αρνήθηκα. Θα μου πείτε «προκαλείς την τύχη σου»! Ναι, έτσι είναι, αλλά ώρες - ώρες μου είναι αδύνατο να κάνω διαφορετικά.
Με κόπους και βάσανα κατάφερε να βάλει ένα ζευγάρι πιτζάμες. Άλλο πάνω, άλλο κάτω. Ήρθε εκεί που καθόμουν. Δεν είχα γράψει ούτε γραμμή. Κι αυτό μου ήταν αδύνατο να το κάνω. Ακόμη και η ψυχανάλυση φάνταζε βουνό. Δεν είπε τίποτα. Δεν καβγάδισε, όπως άλλες φορές. Προσπάθησε να με αγκαλιάσει. Την έσπρωξα μαλακά. Έφυγε. Πήγε και ξάπλωσε στον καναπέ. Έβαλε τα κλάματα. Ένα κλάμα σιγανό, σχεδόν βουβό. Έτσι την πήρε ο ύπνος. Σε δέκα λεπτά, είχε πέσει σε αλκοολικό κώμα.
Πέμπτη πρωί. Έφυγα, για την πρωινή δουλειά, χωρίς να την ξυπνήσω, χωρίς τις γνωστές φωνές, χωρίς να αποσπάσω κάποια υπόσχεση. Μου τηλεφώνησε το μεσημέρι, να μου πει ότι ήταν η μέρα του ρεπό της. Έτσι βρεθήκαμε βράδυ, μετά τη βραδινή μου δουλειά. Ήταν στεγνή. Προσπαθούσε να κάνει χιούμορ. Είδαμε μια κωμωδία στην τηλεόραση. Την τραγωδία τη ζούμε, δεν είναι ανάγκη και να τη βλέπουμε. Χθες, είχαμε διάλλειμμα.
Λοιπόν; Αξίζει τον κόπο να γράφω;

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

Επιστροφή

Επιστρέφει. Την ώρα αυτή είναι στο Ιντερσίτι. Προορισμός, Θεσσαλονίκη. Και οι Αλκυονίδες θα ανήκουν, πλέον, στο παρελθόν.
Γιατί -δεν σας τα είπα τα νέα- από τη Δευτέρα ήμουν μόνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόλαβα να καταλάβω εργένικη ζωή. Λίγο τη Δευτέρα που την πήγα στο σταθμό, λίγο την Τρίτη που χάλασε το λαπ τοπ κι έτρεχα να παραγγείλω νέο Pc, αφού αποφάσισα να χρησιμοποιώ το λαπ τοπ ως λαπ τοπ κι όχι ως βιομηχανικό εργαλείο, λίγο που την Τετάρτη με τράκαρε ένας ταξιτζής κι έφυγε, κύριος, λες και δεν είχε συμβεί το παραμικρό, λίγο που την Πέμπτη είχε πάρα πολλή δουλειά, έφθασε η Παρασκευή κι ούτε κατάλαβα ότι έλειπε.
Και τώρα, τα κεφάλια μέσα. Για να καταλάβετε, ενώ τις προηγούμενες ημέρες μου τηλεφωνούσε κάθε τόσο (ειδικά το βράδυ έπαιρνε πάντα στη 1.30, ώρα που επιστρέφω στο σπίτι και πάντα στο σταθερό, σα ξυπνητήρι, για να τσεκάρει), σήμερα με πήρε το πρωί κι από τότε αγνοείται η τύχη της. Χάθηκε κάπου στα στενά της Πλάκας και στο Μοναστηράκι, αγοράζοντας βινύλια. Την πέτυχα, με τα χίλια ζόρια, στην αποβάθρα του σταθμού. Με το ζόρι άρθρωνε μια κουβέντα.
Δεν ξέρω τι θα συναντήσω, αν και το υποψιάζομαι.
Τα λέμε...

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

Αλκυονίδες ημέρες

Ζούμε τις αλκυονίδες μας. Ζούμε τόσες μέρες στη λιακάδα. Χωρίς προβλήματα. Χωρίς φωνές, βρισιές, φασαρίες. Χωρίς ποτό.
Ο φόβος(;) της φυγής μου από τη σχέση φαίνεται να άλλαξε κάποια πράγματα. Πιάνω τον εαυτό μου να κάνει αισιόδοξες σκέψεις. Γιατί το θέλει... Γιατί το επιθυμεί.
Ξέρω ότι δεν πρέπει να παίρνω θάρρος. Ξέρω ότι πρέπει να περπατάω με σιγανά, προσεκτικά βήματα. Ξέρω ότι αύριο, ίσως μεθαύριο, μπορεί να ξαναζήσω τα ίδια. Νοιώθω, όμως, ότι αν σταματήσω να ελπίζω, δε θα έχει σημασία αν είμαι κοντά ή μακριά της.
Αυτό δε σημαίνει ότι σταμάτησα την προσπάθεια εξόδου. Συνεχίζω να ψάχνω σπίτι -αν και προχθές απογοητεύτηκα από τιμές και κατάσταση των σπιτιών. Η ίδια αποφεύγει να ρωτάει για το θέμα κι εγώ να αναφέρομαι σε αυτό. Η ζωή μας είναι, απλώς, κοινή κι όχι ζωή ενός ζευγαριού.
Χρειαζόμαστε χρόνο.
Αλήθεια, πόσο κρατάνε οι Αλκυονίδες;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2007

Δυο μέρες τώρα


Πρωί Τρίτης. Ουρλιάζω σαν φρενοβλαβής. Τα λέω έξω από τα δόντια, ότι δεν θέλω, άλλο, να ζω τέτοια κατάσταση. Περιμένω να ζητήσει συγνώμη (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Με εκπλήσσει. Πέφτει στα γόνατα, μου φιλάει τα πόδια…

Λύγισα εκείνη τη στιγμή. Λίγο αργότερα, όταν άρχισε τα παιχνίδια, θυμήθηκα τον araxne. Άρχισα, πάλι, να σκέφτομαι λογικά. Ζήτησα να σταματήσει. Κατσούφιασε. Της είπα ότι δρομολογώ την αναχώρησή μου. Δεν είπε τίποτα. Έφυγα για τη δουλειά.

Γύρισα απογευματάκι. Για να κατεβούμε μαζί στη βραδινή δουλειά και, κυρίως, να δω τι έγινε. Είχε ετοιμάσει φαγητό. Ήταν αισιόδοξη, άρχισε να λέει ότι μαζί θα το νικήσουμε. Ήθελα να της πω ότι δεν πρόκειται να νικήσουμε τίποτε, γιατί δεν θέλει να νικήσει τίποτε. Γιατί το αλκοόλ την έχει νικήσει. Την έχει πατήσει κάτω. Την έχει λιώσει. Την έχει κάνει ένα με το χώμα. Ή, μάλλον, την έχει βάλει μέσα στο χώμα: Την έχει θάψει! Αντ΄ αυτού δεν είπα τίποτα. Κατάλαβε, από την έκφρασή μου, ότι δεν το πιστεύω, πλέον.

Βράδυ, έφυγε δυο ώρες πριν το κανονικό από τη δουλειά της. Πήγε σε έναν φίλο της, να του πει χρόνια πολλά. Μέσα στη βροχή (και μέσα στο αυτοκίνητο, φυσικά) περίμενα δυο ώρες, να χαιρετηθούν και να ΄ρθει, για να επιστρέψουμε σπίτι. Μου το είχε ζητήσει.

Φυσικά ήταν λιώμα.

Πρωί Τετάρτης. Δεν έχω καμία όρεξη να πάω στην πρωινή μου δουλειά. Κάθομαι απέναντι από την τηλεόραση, αλλά δεν βλέπω τίποτα. Σκέφτομαι πώς να δρομολογήσω αυτήν την αναχώρηση. Δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Δεν έχεις να κάνεις με μια σχέση δυο τινέιτζερ. Έχεις να κάνεις με ένα νοικοκυριό τεσσάρων χρόνων. Ακόμη και τις κουρτίνες πρέπει να χωρίσουμε.

Σηκώνεται. Δε μιλάμε. Ανάβει τσιγάρο (είναι η δεύτερή της εξάρτηση. Καπνίζει περίπου τρία πακέτα την ημέρα. Για μένα, που το έχω κόψει, είναι ένα άλλο μαρτύριο, αλλά αυτό, τέλος πάντων, το αντέχεις, αφού δεν έχει να κάνει με κοινωνικό αποκλεισμό). Κάποια στιγμή θα αποφασίσει να μου μιλήσει. Πάλι παρακάλια. Αυτήν τη φορά μιλάω.

-Τζάμπα κόπος είναι Κατερίνα… Κόπος και για σένα και για μένα…

Γίνεται κομμάτια, το βλέπω. Καταρρέει. Προσπαθεί να κρατήσει το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα και αυτό της φαίνεται βαρύ, ασήκωτο. Τρέμουν τα γόνατά της. Κάθεται.

-Γιατί δεν πήγες στη δουλειά;

-Δεν έχω όρεξη. Δε θέλω να κάνω τίποτα. Και γι αυτό ευθύνεται αυτή η κατάσταση.

-Εγώ φταίω…

-Όχι εσύ. Αυτή η κατάσταση.

-Εγώ φταίω… Πάνε στη δουλειά σου.

Σηκώνομαι με κόπο. Πηγαίνω στην τουαλέτα. Την ακούω να τηλεφωνεί. Κλείνει ραντεβού στον οδοντίατρο. Μιλάνε. Έρχεται στην πόρτα.

-Θα πάω για εξαγωγή αύριο. Μπορείς να με πας;

-Θα σε πάω. Τι ώρα;

-Στη 1.

-Ρε Κατερίνα, έχω επαγγελματικό ραντεβού στη 1.30 δίπλα στον οδοντίατρο. Τι να κάνω μισή ώρα;

-Θα ψάχνεις να παρκάρεις…

-Καλά…

Όταν γύρισα από τη δουλειά τη βρήκα να στολίζεται. Μου είπε ότι δεν πεινούσε, γιατί είχε φάει πριν λίγο και μου ΄βαλε να φαρμακώσω μόνος μου.

Παρένθεση. Η Κατερίνα, όταν έχει πιει λίγο, κάνει τα εξής:

1. Χαζογελάει. Δηλαδή, με κάποιο αστείο, γελάει εύκολα.

2. Σφυρίζει. Δεκάδες τραγούδια. Ό,τι της έρχεται στην κούτρα.

3. Μουρμουρίζει. Ακαταλαβίστικα πράγματα. Προσευχές, κατάρες, θα σας γελάσω.

4. Δεν τρώει. Προφασίζεται διάφορα, ότι έχει φάει, ότι πονάει το στομάχι της, πάντως δεν τρώει.

5. Ντύνεται προκλητικά. Δηλαδή μίνι, σκουλαρίκι στη μύτη, ψηλοτάκουνα, περίεργα καλσόν, βάφεται λατερνέ, φοράει περίεργες σέξι ζώνες, ό,τι μπορεί να τραβήξει πάνω της βλέμματα.

6. Ακούει δυνατά μουσική. Κλείνει η παρένθεση.

Είχαμε δύο στα έξι. Ήμουν σίγουρος ότι κάπου είχε κρύψει ένα κουτάκι μπίρα και, καθώς ντυνόταν, βαφόταν και χτενιζόταν, έπινε κι από καμία τζούρα. Αυτό θα εξελίσσονταν ως εξής:

Σε μέτριο μεθύσι:

1. Πιάνει κουβέντα για άσχετα πράγματα. Θυμάται καταστάσεις και πράγματα που την πείραξαν προ δεκαετίας και φέρεται λες και μόλις έχουν συμβεί.

2. Τα βάζει με τη δουλειά της. Θυμάται πόσο καλή είναι και πώς την έχουν παραγκωνίσει.

3. Καπνίζει το ένα πίσω από το άλλο, ρουφώντας τον καπνό όσο μπορεί περισσότερο και εκπνέοντάς τον με θόρυβο.

4. Προσπαθεί να με απομακρύνει, με κάθε τρόπο, από το σημείο που έχει κρυμμένο το ποτήρι, ή το μπουκάλι, ή το κουκτάκι.

5. Με στέλνει να ζεστάνω το αυτοκίνητο (λες και είναι κανένας πύραυλος, που θέλει να γεμίσει υγρό άζωτο και οξυγόνο) κι εκείνη πίνει τις τελευταίες γουλιές.

6. Με το που μπαίνει στο αυτοκίνητο θυμάται ότι κάτι ξέχασε κι επιστρέφει στο διαμέρισμα –και στο κρυμμένο ποτό.

7. Τα βάζει με μένα. Με τον τρόπο που οδηγώ, με τον τρόπο που φρενάρω, με τον τρόπο που μιλάω.

8. Τα βάζει με τη μάνα της. Για διάφορους λόγους.

9. Τα βάζει με τον αδελφό της. Επίσης για διάφορους λόγους.

10. Τα βάζει με τον αδελφό μου. Επειδή είναι αναβλητικός, επειδή έχει κουραστεί από τη δουλειά του και βολεύεται με το ταμείο ανεργίας, επειδή μένει με τους γονείς μου, στο ίδιο σπίτι, αν και οικογενειάρχης και πατέρας ενός παιδιού (περιμένει και δεύτερο).

Μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο και να φύγουμε, είχε κάνει τα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7. Γλίτωσαν οι υπόλοιποι.

Σε μεγάλο μεθύσι:

1. Εξαφανίζεται.

2. Κλείνει το κινητό.

3. Αφήνει ανοικτό το κομπιούτερ στη δουλειά, για να νομίζω, από το ανοικτό μέσεντζερ, ότι δουλεύει ακόμη, ενώ εκείνη είναι σε μπιραρία, ή μπαρ.

4. Μου τηλεφωνεί όποτε θελήσει ταξί, για να τη μεταφέρω κάπου.

5. Έχει παραισθήσεις.

6. Τα βάζει μαζί μου και μου επιτίθεται.

7. Τα βάζει με όποιον δει, πιστεύοντας ότι κάτι κακό σκοπεύει να της κάνει.

8. Πέφτει σε αλκοολικό κώμα. Δηλαδή κοιμάται όπου βρει, με τα ρούχα, χωρίς να καταλαβαίνει το παραμικρό.

9. παραμιλάει και φωνάζει στον ύπνο της.

10. Αν την ξυπνήσεις, την έβαψες.

Τα μεσάνυχτα είχε κάνει τα 1, 2, 3. Στις 12.30 μου τηλεφώνησε (έκανε και το 4). Πήγα να την πάρω από το σνακ μπαρ όπου υποτίθεται βρισκόταν.

Το θέαμα μ΄ έκανε να κλάψω: Ένας άνθρωπος μπροστά στο δοχείο απορριμμάτων, έτρωγε σάντουιτς. Κάθε τόσο άπλωνε το χέρι του στα σκουπίδια, έπαιρνε μία πατάτα, ή ό,τι άλλο έβρισκε πεταμένο και το ΄τρωγε. Μασούσε με το κεφάλι σκυφτό, με κινήσεις αργές, με το στόμα ανοιχτό, τα σάλια να τρέχουν. Ήταν η Κατερίνα.

Παρένθεση. Καθόμουν εδώ και 20 λεπτά μπροστά στο κείμενο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να κόψω την παραπάνω παράγραφο. Είναι σκληρή και για μένα και για εκείνη και για όσους διαβάζουν. Θα την αφήσω, τελικά. Μπορεί, κάποια στιγμή, να την κόψω, αφήνοντας αυτήν την παράγραφο. Για την περίπτωση που την έκοψα, να πω ότι, με το που πήγα στο σνακ μπαρ αντίκρισα μια εικόνα που μ΄ έκανε να κλάψω. Αυτά. Κλείνει η παρένθεση.

Στο γυρισμό προς το σπίτι, έτρωγε μέσα στο αυτοκίνητο. Σάλτσες, κρεμμύδια και δεν ξέρω τι άλλο, έπεφταν πάνω της. Το αυτοκίνητο μύριζε όλο σαν ψησταριά. Άνοιξα τα παράθυρα και φθάσαμε στο 6.

-Δε σε νοιάζει αν παγώσω.

-Μυρίζει όλο το αυτοκίνητο.

-Κι εσύ μυρίζεις. Με ρωτάς αν αντέχω τις κλανιές σου;

-Τι μου λες τώρα;

-Δεν κλάνεις όταν πηγαίνεις στην τουαλέτα;

-Και τι θες; Να μην πηγαίνω; Καλά, είναι κουβέντα αυτή που κάνουμε;

-Βέβαια! Δεν ξέρεις τι να πεις! Έτσι και το πρωί. Στα αρχίδια σου για το αν αύριο θα βγάλω ένα δόντι. Σε ενδιέφερε τι θα κάνεις μισή ώρα!

Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσω. Είχε φθάσει στο σημείο να έχει δίκιο. Και, αισίως, φθάσαμε στο 5.

Μπαίνοντας στο σπίτι, προσπάθησε να μου κλείσει την πόρτα στη μούρη, επειδή της ζήτησα να μη χτυπά τις πόρτες του αυτοκινήτου. Έβαλα το χέρι μου, να προστατευθώ. Η πόρτα χτύπησε πάνω μου και γύρισε προς το μέρος της. Την απέφυγε. Γλίστρησε. Έπεσε στις σκάλες. Ευτυχώς, κάθισε. Έμεινε εκεί. Σκυμμένη, να κλαίει, που τη χτύπησα και την πέταξα κάτω. Ήταν αδύνατο να την πείσω ότι δεν έγινε έτσι. Κατάφερα να την ανεβάσω στο διαμέρισμα. Βγήκε στο μπαλκόνι και ξάπλωσε κάτω. Φοβήθηκα μήπως πηδήσει (το χει κάνει, το καλοκαίρι του 2004 –μένουμε στον πρώτο, μην τρελαίνεστε). Την έβαλα μέσα. Κάθισε στον καναπέ, πέταξε κάτω τα κλειδιά της και φθάσαμε και στο νούμερο 8. Κοιμήθηκε όρθια, με τα χέρια στις τσέπες, φορώντας τις ψηλοτάκουνες μπότες της, το μαύρο κολάν, τη μίνι φούστα, το δερμάτινο μπουφάν, τα γυαλιά της, με νύχι και μάτι βαμμένο, λες και θα βγει έξω.

Εγώ; Ποστάρω για ψυχανάλυση. Κι έχω την αγωνία να με τρώει. Να πάω να κοιμηθώ λες και δεν έγινε τίποτα; Κι αν ξυπνήσει και κάνει (πάλι) κακό στον εαυτό της; Αν κάνει κακό σε μένα; Αν κάνει κακό σε κάποια αντικείμενα, στο σπίτι; Να ξαγρυπνήσω μπροστά στο κομπιούτερ;

Εδώ σας θέλω…

Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2007

Κάπου να τα πω μη σκάσω

Είναι τέσσερις παρά 10 το ξημέρωμα. Τα χέρια μου τρέμουν, το στήθος μου με σφίγγει κι έχω πίεση 23 η μεγάλη και 13 η μικρή. Το στόμα μου κολλάει, δείγμα ότι το ζάχαρό μου έχει ανέβει σε δύσκολους αριθμούς.
Αν υπάρχει Θεός, ας με βοηθήσει κάπως. Δεν ξέρω πώς, αλλά εκείνος θα ξέρει. Αν υπάρχουν φίλοι, ας διαβάσουν και ας χτυπήσουν την πλάτη. Τι άλλο να κάνουν κι αυτοί. Τους έχω κάνει κοινωνούς στη μιζέρια.
Λοιπόν: Η Πρωτοχρονιά ξεκίνησε με την τελευταία μου προσπάθεια να αποδεχτώ ότι δεν έχει συμβεί το παραμικρό. Ή να αποδεχτώ ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Κάναμε έρωτα. Πήγαμε στους δικούς μου για φαγητό. Την πήγα στη δουλειά (ναι, δουλεύει τέτοια μέρα και μάλιστα ως αργά).
Στις 11.30 μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Μου είπε ότι θα επέστρεφε με κάτι συναδέλφους.
Στις 2.25 -και μετά από καμια εικοσαριά αναπάντητες κλήσεις- εδέησε να το σηκώσει. Μου είπε ότι ήταν για ένα ποτό, με τα παιδιά της δουλειάς και θα ξεκινούσαν για το σπίτι.
Ως αυτήν την ώρα, 4 τα ξημερώματα, δεν έχει έρθει. Στις 3.35 προσπάθησα να την ξαναβρώ στο κινητό. Έκανα 3 αναπάντητες και στην τέταρτη η γραμμή κόπηκε. Το ΄κλεισε; Τέλειωσε η μπαταρία; Δεν ξέρω και δεν έχει σημασία.
Χτυπάω τα πλήκτρα με όλη μου τη δύναμη. Θα διαλύσω το λαπτοπ. Θέλω να τα διαλύσω όλα εδώ μέσα. Τα δυο γατιά της κλαίνε συνέχεια και δεν έχω καμία όρεξη να δω για ποιο λόγο. Αυτήν τη στιγμή δε με νοιάζει, ό,τι κι αν πάθουν. Δε με νοιάζει ακόμη κι αν πάθει κάτι η ίδια. Δεν τη νοιάζει, στο κάτω - κάτω.
Δεν μπορώ, όμως, να πέσω να κοιμηθώ λες και δεν έχει συμβεί το παραμικρό. Οι σφυγμοί μου πάνε σαν τρελοί. Με πατημένα τα 40 αρχίζω και πιστεύω ότι το εγκεφαλικό είναι κοντά. Κι αν δεν έρθει απόψε, θα έρθει την επόμενη φορά.
Και τώρα τα δύσκολα. Χωρίζω. Πόσο θα διαρκέσει αυτή η διαδικασία, δεν γνωρίζω. Μάλλον θα διαρκέσει πολύ. Φοβάμαι ότι, αύριο το βράδυ, θα επιστρέψει πιωμένη στο σπίτι και θα καταστρέψει κάποια από τα πράγματά μου πάνω στο μεθύσι της, από τη στιγμή που θα της έχω ανακοινώσει την απόφασή μου. Πράγματα που μάζεψα με κόπους και βάσανα μετά το διαζύγιό μου. Βλέπετε, είχα την τύχη να χωρίσω και πριν πέντε χρόνια και ν αφήσω ουκ ολίγα, καθότι υπήρχε κι ένα παιδί.
Πρέπει να βρω σπίτι. Δηλαδή, να εξοικονομήσω χρήματα για τη μετακόμιση. Κανένα χιλιάρικο για τη μετακόμιση, άλλα τόσα για τα ενοίκια. Κι άντε να μετακομίσεις μέσα στο χειμώνα. Και τα έξοδα τρέχουν: διατροφή, το σχολείο του παιδιού, κάρτες, δάνεια, βενζίνες...
Μ αρέσει που πριν 15 μέρες αγοράσαμε μια βιβλιοθήκη. Τώρα θα μείνω με δύο βιβλιοθήκες, μια κρεβατοκάμαρα, δυο διπλούς καναπέδες, ένα γραφείο και ένα τραπεζάκι σαλονιού. That;s all falks. Έτσι γράφεται; Τώρα δεν είμαι σε κατάσταση να σκεφτώ πώς γράφεται μια λέξη.
Από ηλεκτρικές συσκευές, πάω καλά: έχω ψυγείο, ένα κουζινάκι της πλάκας, 32άρα τηλεόραση, χόουμ θίατερ, ντι βι ντι, πικ απ, τέσσερα ηχεία. Έχω έναν πίνακα αξίας και δυο ζωγραφιές της κόρης μου (ακόμη μεγαλύτερης αξίας). Έχω εκατοντάδες βιβλία και εκατοντάδες dvd και cd και μερικές δεκάδες βινύλια. Αυτά. Άντε να τα ζαλωθώ, να φύγω. Γιατί προκοπή εδώ δεν έχει. Μπας και σώσω και τίποτα, δηλαδή, από την αλκοολική μανία της.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

Ρεβεγιόν

Επέστρεψε το πρωί. Με δώρο. Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες. Ως το μεσημέρι καλά φαινόταν να πηγαίνουν τα πράγματα. Από εκεί κι έπειτα άρχισαν τα προβλήματα.

Πρώτα βγήκε έξω για κρέατα. Μετά για είδη σούπερ μάρκετ. Την τρίτη φορά για γλυκά. Την τέταρτη για φρούτα. Δεν ξέρω αν θα ακολουθήσει και πέμπτη, για τσιγάρα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, κάθε φορά που επέστρεφε το μάτι της ήταν πιο θολό και μύριζε ολοένα και περισσότερο χυμό κριθαριού.

Λέτε να κάνω λάθος; Μπορεί. Πάντως ειλικρινά, δεν ξέρω πώς θα υποδεχτώ το 2007.

Α! Το ωροσκόπιό μου προτείνει να κόψω μαχαίρι μια αισθηματική ιστορία που με πληγώνει, μέσα στο 2007 –και πριν το καλοκαίρι. Να πιστέψω το Λεφάκη;

Ως virgo, όμως, δεν πιστεύω στα ωροσκόπια.

Στις φίλες της

Διάλογος την Παρασκευή το μεσημέρι:

-Θα πάω στις φίλες μου. Έχουμε gathering στο καινούργιο σπίτι της Μίας.

-Να πας και να περάσεις καλά.

-Δε θα έρθεις;

-Θα εξαρτηθεί από ΄σένα.

-Δηλαδή;

-Αν είναι να πίνεις, να γίνεσαι κομμάτια και να κάθομαι σε μια γωνιά, ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, να κομματιάζομαι κι εγώ, δεν θέλω να έρθω.

-Οι φίλες μου με αγαπάνε και δε μ΄ αφήνουν να γίνομαι χάλια…

-Δηλαδή να έρθω;

-Αν θες να έρθεις, έλα…

Διάλογος το πρωί του Σαββάτου:

-Τι ώρα θα πας, τελικά, στης Μίας;

-Στις 10… Δεν θα έρθεις;

-Να έρθω;

-Να σου πω, αν είναι να παραπονιέσαι που θα κάθεσαι σε μια γωνιά κι εγώ θα γυρνάω από τη μία παρέα στην άλλη, γιατί θα γυρνάω, να μην έρθεις καλύτερα. Δεν θα περάσεις καλά ούτε εσύ, ούτε εγώ.

-ΟΚ

Διάλογος (τηλεφωνικός) το απόγευμα του Σαββάτου:

-Κοίτα, δεν προλαβαίνω. Δεν θα έρθω από το σπίτι. Θα πάω κατευθείαν.

-Καλά να περάσεις…

-Γειά!

-Γειά!

Διάλογος (τηλεφωνικός) το βράδυ του Σαββάτου:

-Έλα, θες να έρθεις;

-Τώρα μόλις έβαλα πυτζάμες…

-Είχα ξεχάσει ότι γνώριζες τον άνδρα της Μίας… Είναι εδώ. Αν θες, έλα…

-Πού να κάνω μπάνιο τέτοια ώρα, να ντύνομαι και να έρχομαι από εκεί… Καλά να περάσετε. Θα αργήσεις;

-Δεν ξέρω…

-Προσδιόρισέ μου το χρόνο. Μετά τις 3 το ξημέρωμα;

-Ε, όχι ρε! Θα σε πάρω εγώ…

-Καλά… Άντε, καλή διασκέδαση!

-Γειά!

Διάλογος (τηλεφωνικός) στη 1 το ξημέρωμα της Κυριακής, μετά από 11 αναπάντητες κλήσεις στο κινητό της και αναγκαστική συνομιλία με τη Μία:

-Έλα ρε συ…

-Τι κάνεις;

-Καλά, 11 κλήσεις;

-Ρε Κατερίνα, έπαιρνα στο κινητό σου και δεν το σήκωνες… Είχες πει ότι θα πάρεις κι επειδή θέλω να πέσω να κοιμηθώ κάποια στιγμή, πήρα να σε ρωτήσω πώς το βλέπεις, αν θα αργήσετε…

-Πέσε να κοιμηθείς!

-Δηλαδή θα πάει μετά τις 3;

-Πέσε να κοιμηθείς!

-…

-Πέσε να κοιμηθείς, ρε παιδί μου! Μπορεί να κοιμηθώ εδώ!

-Καληνύχτα!

Έκλεισα τα κινητά. Χαμήλωσα τα σταθερά. Και μη μου πείτε ότι έχω άδικο, σας δάγκωσα το λαρύγγι!

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 29, 2006

Τσιφούταρος

"Είσαι τσιφούτης -και στα συναισθήματα"!
Αυτό μου είπε. Επί λέξει. Είμαι τσιφούτης εγώ (εγωιστής είμαι, δεν υπάρχει αμφιβολία), που παράτησα γυναίκα και παιδί, για να είμαι μαζί της. Εκτός κι αν πιστεύει ότι παράτησα την Αθανασία επειδή δεν ήθελα να... ξοδεύω πολύ συναίσθημα.
Είμαι φουρκισμένος, τώρα, και μπορεί να την αδικώ. Αλλά θέλω κάπου να ξεσπάσω. Και ξεσπάω εδώ, όπου το τελευταίο χρονικό διάστημα μείνατε λίγοι οι αναγνώστες κι ακόμη πιο λίγοι οι σχολιάζοντες.
Γιατί το ζόρι μου, όπως καταλάβατε εδώ και καιρό, δεν είναι μόνον το πάθος της Κατερίνας. Είναι και το ότι αυτή η κατάσταση μ΄ έχει αναγκάσει να αλλάξω ζωή και συνήθειες, να παρατήσω φίλους και να μένω μόνος να ψυχαναζαλίζομαι. Είναι και το ότι η Αθανασία δε θέλει να με βλέπει ούτε ζωγραφιστό (κι αν αυτό δε σημαίνει και τίποτε, έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, υπάρχει κι ένα παιδί. Που έχω ζόρι να το βλέπω, γιατί, απλά, η μητέρα του, δεν θέλει να με βλέπει). Είναι και το ότι μεγαλώνω μέσα σε τέτοια ζόρια.
Αλλά αυτό το "τσιφούτης" με χαράκωσε. Κι αν είχε πιεί, είχε πιεί μόλις ένα ποτήρι...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

Τι είχες Γιάννη...


Δυόμισι μέρες κοντά στους δικούς της και άλλες δυο μέρες άδειας –άρα κοινής ζωής για 24 ώρες το 24ωρο. Όπως καταλάβατε, δε συνέβη το παραμικρό.

Το μεσημέρι των Χριστουγέννων ήπιε ένα ποτήρι ούζο στο τραπέζι. Το βράδυ της Δεύτερης μέρας, μια μπίρα. Κι αυτό ήταν όλο.

Σήμερα το πρωί, χαμογελούσα χωρίς λόγο και αιτία. Ή, μάλλον, ΚΑΙ με λόγο ΚΑΙ με αιτία. Ήμουν ο χάχας με αιτία. Τι όμορφα που διαλύθηκε, πάλι, το όνειρο, το ίδιο βράδυ…

Με το που διαπίστωσα ότι, σε συνεχόμενα τηλεφωνήματά μου, δεν ήταν στο γραφείο της κι είχε παρατήσει υπολογιστή ανοικτό και τηλέφωνο κατεβασμένο, ήμουν σίγουρος: Κάποιο περίπτερο, κάποιο μπουγατσατζίδικο, κάποιο φαστ φουντ, κάτι από όλα αυτά, τέλος πάντων, από τα μαγαζιά που πουλούν ναρκωτικά φθηνά και στον οποιονδήποτε, θα είχε φιλοξενήσει τη σύντομη επίσκεψή της. Το βράδυ, σιγουρεύτηκα: Για άλλη μία φορά, τσατιζόταν με το παραμικρό:

-Τι έχεις;

-Τίποτα…

-Πώς τίποτα! Έκανα τίποτα;

-Όχι, δεν έκανες τίποτα…

-Άντε ρε! Άσε με ήσυχη! Κοίτα, κόφ΄ το, έτσι; Εντάξει; Ακούς τι σου λέω;

-Δε σε καταλαβαίνω… Γιατί φωνάζεις;

-Όχι! Εγώ δε σε καταλαβαίνω! Μου κρέμασες τα μούτρα κάτω σαν τον Επιτάφιο! Τι έκανα, ρε; Και μια χαρά νηφάλια είμαι! Μαλάκα!

Εποικοδομητικός διάλογος. Κι έπειτα αρχίζει τα μουρμουρητά. Μιλάει μέσα από τα δόντια της και τις μόνες λέξεις που ξεχωρίζεις είναι «να γαμ…είς», «αρ…δι», «μα…κα», «πουσ…ρα»… Ύστερα θα αρχίσει ο καβγάς για το τι θα δούμε στην τηλεόραση. Αν θελήσω να δω περιπέτεια, θα θελήσει να δει σίριαλ. Αν ζητήσω να δω σίριαλ, θα θελήσει περιπέτεια. Κι αν συμφωνήσω, θα ζητήσει να δει θρίλερ, καθώς ξέρει ότι δεν βλέπω θρίλερ το βράδυ, ούτε με σφαίρες (παιδικά κατάλοιπα, ποιος ξέρει…). Κι έπειτα θα αρχίσει ο καβγάς για το ποιανού είναι η τηλεόραση. Εγώ θα πάω σε άλλο δωμάτιο (εκτός αν με προλάβει και πάει πρώτη εκείνη).

Έτσι κι έγινε. Να ΄μαι πάλι μπροστά στην οθόνη. Κι εκείνη στον καναπέ του σαλονιού, να βλέπει το θρίλερ της. Σε δέκα λεπτά, είχε πέσει σε αλκοολικό κώμα. Αύριο το πρωί δε θα θυμάται τίποτα. Μόνον οι πληγές στην ψυχούλα μου θα θυμίζουν το τι συνέβη πάλι. Και οι πόνοι στο συκώτι της, που τόσο περίτεχνα κρύβει.

Τα ξαναλέμε…

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 22, 2006

Έμεινα...

Τελικά έμεινα. Για άλλη μία φορά. Ως πότε; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω. Σίγουρα δεν είμαι όπως πριν τέσσερα, πέντε χρόνια. Δεν αντέχω, πλέον, τόσο.
Όταν είναι φρέσκο, ακόμη, οργίζομαι... Ορκίζομαι ότι "αυτό ήταν", "τέλος", "δε θέλω να την ξαναδώ", "δεν αξίζει να προσπαθώ", κι άλλα τέτοια. Την άλλη μέρα το πρωί, όμως, όταν με βλέπει με τα δακρυσμένα μαύρα μάτια της, με λυώνει. Κομμάτια το βράδυ, από οργή και άγχος, κομμάτια το πρωί. Χαμένος είτε έτσι, είτε αλλιώς.
Θα κάτσω, για λίγο ακόμη, εδώ. Εξάλλου, από όλα, σ αυτήν τη ζωή, είμαστε περαστικοί. Και από τις σχέσεις.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 21, 2006

Αρχή του τέλους;


Πρωί. Με ξύπνησε το ξυπνητήρι. Αυτός δεν είναι ο ρόλος του άλλωστε; Αν κι έπρεπε να έχω ξυπνήσει από καιρό…

Πρωί. Ώρα 8.30. Έξω βρέχει. Μέσα, ξηρασία. Είμαι μόνος. Δεν είναι εδώ. Δεν ξέρω πού είναι. Δεν ξέρω πώς είναι. Δεν ξέρω με ποιόν είναι.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα την είχα αφήσει σε ένα μπαρ, όπου τραγουδούσε ένας φίλος. Μια παρέα, γνωστοί της από παλιά, γιόρταζαν κάποια γενέθλια. Την είχα ρωτήσει, αν θα πήγαινε:

-Δεν το βλέπω… Δεν έχω καμία όρεξη. Δε γουστάρω. Άσε που με τη συγκεκριμένη, τελευταία, δεν τα πάμε και τόσο καλά.

Μια ώρα αργότερα είχε φύγει από τη δουλειά της. Είχε αγοράσει δύο τούρτες και, περιχαρής, πέρασε να μου πει ένα γεια και να ζητήσει να πάω κι εγώ από εκεί, έστω για μισή ώρα.

Πήγα για ένα τέταρτο. Σε όλους τους άλλους έδειχνε καλά. Μου είπε ότι έπινε μόνον νερό. Στα δικά μου μάτια, ήταν, ήδη, πιωμένη. Ευχήθηκα να μην έρθουν τα χειρότερα, κάθισα λίγο κι έφυγα, κομμάτια στην ψυχή και στο σώμα. Εξάλλου, είχα ξυπνήσει από νωρίς και ήταν, ήδη, περασμένα μεσάνυχτα.

Στο σπίτι άφησα, όπως πάντα, ανοιχτό το φως του απορροφητήρα. Φαίνεται από πολύ μακριά, από το παράθυρο της κουζίνας. Λες και ήθελα να το βλέπει, να γυρίσει. Σα να ήταν ο φάρος, μόνον που αντί να διώχνει τα πλοία, εγώ ήθελα να μαγνητίσει τη βαρκούλα της και να την οδηγήσει, ασφαλώς, στο λιμάνι.

Η Κατερίνα, αυτό το βράδυ που πέρασε, δεν έδεσε στο λιμάνι μας. Αλλά ούτε εξέπεμψε σήμα ΣΟΣ. Καλό της ταξίδι.

Ώρα να σαλπάρω κι εγώ. Να σαλπάρω για να μη σαλτάρω.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

Από μικρό κι από τρελό...

Είχαμε δράματα χθες. Της τηλεφώνησε η ανηψιά της. Δεν έχει πάει, καλά-καλά, στο σχολείο. Αλλά την αλήθεια την είπε η μικρή:
-Γιατί στεναχωριέται η γιαγιά όταν μιλάει μαζί σου;
Η Κατερίνα έγινε ράκος. Έκλαιγε πέντε ώρες. Ήταν απαρηγόρητη. Τα λόγια της μικρής ήταν μαχαιριά στην καρδιά της.
Δεν έχω κουράγιο να γράψω κάτι παραπάνω...

Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2006

Με τα χίλια ζόρια

Τόσες μέρες κρατιόταν με τα χίλια ζόρια. Το ΄ξερα. Το καταλάβαινα. Έπινε αργά το βράδυ, άγνωστο πόσες μπίρες.

Θα μου πείτε «κάνει προσπάθεια, βοήθησέ την»! Έλα, όμως, που δε γλιτώσαμε από όλα τα υπόλοιπα…

Με το παραμικρό, μια κουβέντα, ένα βλέμμα, κάτι, ακολουθούσε η έκρηξή της. Όσο κι αν προσπαθούσα να αλλάξω την κουβέντα, πήγαινε γραμμή στον καβγά. Σκοτωνόμαστε, πλέον, κάθε βράδυ. Επί καθεβραδινής βάσεως.

Αυτήν την ώρα έχω σχολάσει και είμαι στο γραφείο. Περιμένω να με ειδοποιήσει, να την πάρω από τη δουλειά της. Μιλήσαμε πριν λίγο στο τηλέφωνο.

-Έλα…

-Έχω δουλειά! Μη μ΄ενοχλείς!

-Πήρα μόνο για να μου πεις για πόση ώρα, ακόμη, θα είσαι εκεί. Να ξεκινήσω να έρχομαι, ή να περιμένω;

-…

Κλειστό τηλέφωνο. Δεν υπάρχει λόγος να ξαναπάρω. Θα περιμένω έως ότου με ειδοποιήσει, για να πάω να την πάρω από το γραφείο της. Μπορεί και να δω το ηλιοχάραμα από τα παράθυρα του δικού μου γραφείου.

Τα λέμε...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

Μεταμεσονύχτιος καβγάς


Δε θα γλιτώσω ποτέ. Ακούστε φάση και πείτε μου:

Μιλάμε στο τηλέφωνο. Μου λέει:

-Ξεκίνα να έρθεις να με πάρεις από τη δουλειά, τελείωσα…

Πηγαίνω. Περιμένω μισή ώρα από κάτω. Της τηλεφωνώ. Μου λέει κατεβαίνω. Περιμένω άλλο ένα τέταρτο, ξανατηλεφωνώ. Με τα πολλά έρχεται.

Κατάκοπος εγώ, κατάκοπη κι εκείνη, στο δρόμο μου λέει ότι θέλει να κάνουμε έρωτα. Τι ήταν να πω πως είμαι κουρασμένος;

-Δεν υπολογίζεις τις ανάγκες μου!

-Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις. Η ώρα είναι 2 μετά τα μεσάνυχτα. Θα φθάσουμε στο σπίτι 3 και πρέπει να ξυπνήσω 7 το πρωί. Αφήσαμε ένα Σαββατοκύριακο να περάσει έτσι…

-Δεν καθόμουν! Έκανα δουλειές! Μήπως έχεις κανένα πρόβλημα;

Προσπαθώ να αλλάξω κουβέντα. Άδικα. Τελικά μένω αμίλητος.

Φθάνουμε στο σπίτι. Πηγαίνω στο κομπιούτερ. Έχω να στείλω 12 email. Με βλέπει, έρχεται πάνω από το κεφάλι μου.

-Τι θέλεις;

-Τι κάνες εκεί;

-Στέλνω κάποια email

-Μπα, τέτοια ώρα;

-Είναι για αύριο το πρωί…

-Και τι έκανες όλο το απόγευμα;

-Τα έγραφα. Δεν πρέπει μόνον να τα στείλω, έπρεπε και να τα γράψω…

Φεύγει από το δωμάτιο και κλείνει με πάταγο την πόρτα. Βγαίνω έξω, την πλησιάζω:

-Σε παρακαλώ, ο κόσμος δε φταίει σε τίποτα, άγρια χαράματα, να τον ξυπνάμε…

-Έχω ανάγκες, το καταλαβαίνεις;

-Το καταλαβαίνω, αλλά μη φωνάζεις.

-Τι θα κάνεις τώρα;

-Θα στείλω τα email.

-Εγώ πεινάω!

-Σε πέντε λεπτά θα είμαι δίπλα σου…

Βγαίνει. Πηγαίνει στην κουζίνα. Χτυπάει πιάτα, πόρτες, ποτήρια. Σηκώνομαι και πηγαίνω εκεί. Δε θα είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που καταστρέφει κάτι.

-Τι χτυπάς;

-Ό,τι θέλω! Λογαριασμό δε σου δίνω!

-Κατερίνα, κάνε ό,τι θέλεις, μόνον μη κάνεις φασαρία, σε παρακαλώ…

-Άντε ρε! Πολύ σε ανεχτήκαμε!

Γυρνάω πλάτη και φεύγω. Προσπαθώ να απαντήσω σε ένα νέο email. Είναι αδύνατο. Η ώρα, ήδη, τρεις και…

Ξαναέρχεται. Κλείνει την πόρτα του δωματίου. Σηκώνομαι, την ανοίγω. Ξανάρχεται. Την ξανακλείνει. Την ξανανοίγω. Τέλεια! Λες και βλέπω παράσταση τσίρκου. Μόνον που οι κλόουν είμαστε εμείς.

-Σε παρακαλώ άσε την πόρτα ΜΟΥ ανοιχτή!

Τώρα πλέον φωνάζω κι εγώ. Η κατάσταση ξεφεύγει.

-Την πόρτα ΣΟΥ; Αυτή είναι δική ΜΟΥ πόρτα!

-Άσε την ανοιχτή!

-Με πειράζει το φώς! Θέλω να κοιμηθώ!

-Τελειώνω σε δύο λεπτά.

-Άντε ρε…!

Η πόρτα, τελικά, έκλεισε. Κάποιος έπρεπε να υποχωρήσει. Κάθομαι και ποστάρω, για να ηρεμήσω κάπως και να κοιμηθώ. Τον τελευταίο καιρό ξυπνάω με τρομερές ημικρανίες. Κοιμάμαι τέσσερις ώρες το πολύ. Τρώω τον αγλέουρα. Με πονάει, συχνά, το στήθος κι η πλάτη μου. Ζαλίζομαι και δεν μπορώ να σκύψω το κεφάλι μου. Αυτή η ιστορία θα με σκοτώσει.

Α! Έκοψα (ξανά) το τσιγάρο. Να και κάτι θετικό.

Ειρωνεία: Μερικές ώρες πριν είχε τηλεφωνήσει η μητέρα της. Μου είπε ότι βλέπει πως η κατάσταση βελτιώθηκε. Συμφώνησα απρόθυμα. Βαρέθηκα, πλέον, να τους ζητώ βοήθεια κι εκείνοι να της δίνουν δίκιο.

Εξάλλου, παιδί τους είναι. Τι θα έκαναν;

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006

Ζήλια μου


Σκηνή ζηλοτυπίας. Αυτό μας έλειπε. Ξαφνικά, το απόγευμα, ενώ πηγαίναμε στη δουλειά, ξέσπασε. Προσπαθούσα να καταλάβω πώς, ο άνθρωπος που δεν έδινε δεκάρα, ξαφνικά, όρμησε να με φάει.

Τι έψαχνα… Δεν ήξερα; Αφού –για άλλη μία φορά- μιλούσε το αλκοόλ.

Κι εκεί, έτσι απότομα, χάλασε το αυτοκίνητο. Άναψε όλα τα λαμπάκια του ταμπλό, από το ABS και τα υγρά των φρένων, ως τον αερόσακο. Ανέβασε θερμοκρασία στα 100 και δεν ήξερα τι να κάνω.

Με τα χίλια ζόρια έφθασα στη δουλειά μου. Κι εκεί, με πήρε τηλέφωνο. Και πάλι σκηνή ζηλοτυπίας. Τρελάθηκα. Να έχω μια δουλειά από δω ως το Λονδίνο και να πρέπει να εξηγώ τα ανεξήγητα… Και τότε μου είπε:

-Αφού δε δίνεις σημασία και έχεις γκόμενα, τότε κι εγώ θα πάω στην Αθήνα! Θα γυρίσω σε δύο μέρες!

Το μυαλό της είχε πλάσει, άγνωστο πια ιστορία. Και το βράδυ, όταν γυρίζαμε στο σπίτι, κι άναψαν πάλι όλα τα λαμπάκια στο ταμπλό, άρχισε το θέατρο του παραλόγου:

-Θέλω πατσά!

-Να μη φάμε ό,τι έχουμε στο σπίτι;

-Δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι…

-Επειδή το αυτοκίνητο δεν είναι σε καλή κατάσταση, να το αφήσουμε για σήμερα;

-Θέλω να φάω. Με έχεις γραμμένη!

Για να γλιτώσω τον καβγά, την πήγα να πάρει τον πατσά της. Μ΄ έπιασαν τα κλάματα. Πήρα μια φίλη στο τηλέφωνο, της μιλούσα κι έκλαιγα. Τι έφταιγε κι αυτή… Να της μαυρίζω την ψυχή, βραδιάτικα… Το ΄κλεισα. Με είχε πάρει το παράπονο. Ήταν, πια, τόσο μεγάλο το κρίμα μου; Έκοψα το σταυρό που φοράω στο λαιμό. Νοιώθω σα να με πρόδωσε, σα να με τιμωρεί εκείνος, για κάτι. Και δεν το δέχομαι, πια, ότι είναι τόσο μεγάλο το κρίμα μου.

Στο δρόμο της επιστροφής, Η παράνοια. Διάλογος για θεατρικό του Ιονέσκο:

-Τι έχεις;

-Τίποτα…

-Τίποτα; Μόνον γκόμενα έχεις!

-Σε παρακαλώ, άσε αυτήν την κουβέντα, με ενοχλεί.

-Άκου να σου πω! Αντί να φωνάζω εγώ, φωνάζεις εσύ; Σε αγαπάω, το καταλαβαίνεις;

-Κατερίνα, σε παρακαλώ. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο…

-Γιατί δεν μου μιλάς! Τι θες, επιτέλους, από μένα; Θες να βγεις κι από πάνω;

-Δε σε καταλαβαίνω… Είπα να μιλήσουμε για κάτι άλλο.

-Άσε με ρε! Σου δίνω και αξία! Αν δε θες να μιλήσουμε για κάτι άλλο, άσε με ήσυχη!

Φυσικά κοιμηθήκαμε χωριστά…

Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

Ξεφτίλα...

Ήρθε από τη δουλειά. Πιωμένη. Μέσα σε 5 λεπτά μάλωνε με το διευθυντή μου. Τον κατηγορούσε για λακέ του μεγαλομετόχου της εταιρίας. Υπέροχα! Μάλλον πρέπει να ψάξω για άλλη δουλειά...