Πέμπτη, Αυγούστου 23, 2007

Η πρώτη βόλτα στο σούπερ

Κυριακή 5 Αυγούστου 2007

Ήταν, πάντα, το αδύνατο σημείο της. Η βόλτα στο σούπερ μάρκετ. Μόνιμα την έκανε μόνη της. Όποτε προθυμοποιήθηκα να τη βοηθήσω, έπεσα στην άρνησή της.

Φλας Μπακ:

«Πού θα πας»;

«Σούπερ»…

«Ε, δε χρειαζόμαστε και τίποτα…»

«Θέλω να πάρω μανταλάκια κι άλλα πράγματα. Άσε με».

«Είναι πολλά; Θες να έρθω να σε βοηθήσω»;

«Άσε με! Θέλω να περπατήσω και λίγο, να σκεφτώ».

Στο δρόμο για το σούπερ άνοιγε την πρώτη μπίρα. Τη δεύτερη την άνοιγε στο φούρνο, αγοράζοντας τυρόπιτες. Την τρίτη μέσα στο σούπερ. Την τέταρτη στο δρόμο της επιστροφής. Συνήθως ήταν, μόλις, 11 το πρωί.

Επάνοδος:

Πήγε να πάρει μανταλάκια, καφέ, ζάχαρη και κάτι άλλα ψιλά… Φυσικά και τυρόπιτες. Επέστρεψε με τα ψώνια των διακοπών, για να φάμε, όλη η παρέα, πρωινό στο μπαλκόνι. Για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, μπορούσα να αστειευτώ με την παρέα.
Μόνον που η μεγάλη δοκιμασία θα ερχόταν την επομένη...

Τρίτη, Αυγούστου 21, 2007

Στο πλοίο

Σάββατο 4 Αυγούστου 2007

Έτρεμαν τα πόδια μου. Η παρέα μας κάθισε στην καφετερία του πλοίου, δίπλα στο μπαρ. Εκατοντάδες πέρασαν από εκεί για να αγοράσουν ένα κουτάκι Άμστελ. Κι εκείνη, ακριβώς απέναντί τους…

Φλας μπακ: Στο πλοίο η Μαρία μόλις έχει συνέλθει από την κατανάλωση οινοπνεύματος κατά τις προετοιμασίες του ταξιδιού. Εκεί, άρχιζε ο δεύτερος γύρος: Καθόμασταν δίπλα – δίπλα και σε κάποια στιγμή άκουγα τη μοιραία ατάκα:

«Θέλω να πάω, για λίγο, μόνη μου, στο κατάστρωμα, να σκεφτώ»…

«Να μην έλθω κι εγώ μαζί, να μιλήσουμε, να…»

«Σεβάσου την επιθυμία μου για λίγο χώρο»!

Αλίμονο… Το γνώριζα καλά. Περνούσε πρώτα από το μπαρ, έπαιρνε μια μπίρα και κρυβόταν πίσω από τα σωσίβια, στο κατάστρωμα. Μετά έπαιρνε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη… Όσες προλάβαινε, έως ότου, απηυδισμένος άρχιζα την αναζήτηση και την εντόπιζα –συνήθως δίπλα σε έναν άγνωστο να συζητούν, ο ένας προσπαθώντας να την πηδήξει στα γρήγορα στις τουαλέτες κι η άλλη νομίζοντας ότι βρήκε έναν φίλο για όλη της τη ζωή.

Τέλος του φλας μπακ. Επάνοδος.

Επί τρεις ώρες έκανε τις βόλτες της, μόνη, στο κατάστρωμα, κάθισε μαζί μας κι έβλεπε να παίζουμε χαρτιά, έφαγε πατατάκια, ήπιε ένα άις τι, μίλησε με τους υπόλοιπους της παρέας. Κι εγώ, την άφηνα να κινείται όπως ήθελε, σίγουρος, από ένα σημείο και μετά, ότι κρατιόταν μακριά από το αλκοόλ. Είχα πέντε χρόνια να απολαύσω ταξίδι…

Κυριακή, Αυγούστου 19, 2007

Προετοιμασίες για το ταξίδι

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2007


Τέσσερα χρόνια τώρα, οι προετοιμασίες της Κατερίνας, για να πάμε διακοπές, είχαν το ίδιο μοτίβο: άπειρα κουτάκια μπίρας, κρυμμένα σε στρατηγικά σημεία σε όλο το σπίτι κι εκείνη να κινείται, από δωμάτιο σε δωμάτιο, ετοιμάζοντας βαλίτσες, πίνοντας κάθε πέντε λεπτά, από μία γουλιά. Η προετοιμασία διαρκούσε, συνήθως, τέσσερις ώρες, κάτι που σημαίνει ότι στο τέλος της, η Κατερίνα ήταν τύφλα κι εγώ απελπισμένος –κι εξοργισμένος.

Αυτήν τη φορά, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Οι προετοιμασίες διήρκεσαν… δυο μέρες! Καθώς η Κατερίνα μόλις είχε πάρει εξιτήριο, οι δουλειές του σπιτιού έπεσαν, με δύναμη, πάνω της, ευτυχώς χωρίς να τη συνθλίψουν.

Έβαζε το ένα πλυντήριο πίσω από το άλλο. Σιδέρωνε βουνά ρούχων (έχετε δει το παντελόνι, ή –ακόμη καλύτερα- το μπουρνούζι ανθρώπου πάνω από 100 κιλά; Τα δυο τους γεμίζουν μια σαμψονάιτ μόνα τους).

Ο άρχοντας, ασχολήθηκε με ό,τι συνήθως: την αρμολόγηση των δύο λάπτοπ, την αντιγραφή εκατοντάδων τραγουδιών σε εμπιθρίς, το τσεκάρισμα των φωτογραφικών μηχανών, στην επιλογή βιβλίων για διάβασμα. Και, φυσικά, στην ξεκούραση, οκτώ ώρες πριν την αναχώρηση, καθότι οδηγός…

Στις 4.30 το πρωί, 3 Αυγούστου, που είχαμε ορίσει ώρα αναχώρησης, με ξύπνησε. Δεν είχε τελειώσει κι αναβάλαμε την αναχώρηση, γιατί έπρεπε να κοιμηθεί έστω δυο ώρες.

Παλιότερα, μετά την κατανάλωση του μισού εργοστασίου της Μπαντ κατά τις προετοιμασίες, η Κατερίνα έπεφτε σε αλκοολικό κώμα, ή ξεκινούσαμε για το ταξίδι μας, εγώ φρεσκαδούρα και στην τσίτα, από τα νεύρα κι εκείνη χαμογελαστή, σαν τον Τζακ Νίκολσον μετά το ηλεκτροσόκ, στη Φωλιά του Κούκου. Αυτήν τη φορά ήταν –φυσικά- κουρασμένη κι εγώ φρεσκαδούρα και χαμογελαστός, σαν τον Ντάστιν Χόφμαν στον Πρωτάρη, στη σκηνή του τέλους, μέσα στο λεωφορείο, με τη νύφη στο πλάι του.

Κοιμήθηκε στο ταξίδι. Κι ήταν η πρώτη φορά που δε με πείραζε. Γιατί δίπλα μου κοιμόταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος.

Αλοίμονο...

Τετάρτη, Αυγούστου 01, 2007

Έξοδοι

Η έξοδός της, έχει γίνει καθημερινότητα. Αναρωτιέμαι αν αυτό της κάνει κακό, ή καλό. Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι, αν έμενε μέσα, δε θα άντεχε. Έρχεται σπίτι, σχεδόν καθημερινά. Κάνει κάποιες δουλειές, πηγαίνει οδοντίατρο και… σολάριουμ

Ο γιατρός της κλινικής ακολουθεί μια περίεργη τακτική. Τον είδε πριν πέντε μέρες.

«Θα ήθελα να σας μιλήσω για την απογείωσή μου, όπως το λέτε εσείς εδώ»…

«Ποια απογείωση; Εσύ δεν έχεις μπει καν στο διάδρομο απογείωσης».

Τρελάθηκε. Όταν τη συνάντησα ήταν γεμάτη θυμό. Ξέρω ότι οι ψυχίατροι εφαρμόζουν τέτοιου είδους κόλπα, για να «πάρουν» πληροφορίες από την ασθενή. Αλλά εφαρμόζονται διαφορετικές τακτικές, γιατί έχουν να κάνουν με διαφορετικούς ανθρώπους. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος, δε θα καθίσει ούτε λεπτό πάνω από το πρωί της Παρασκευής εντός. Και του έχουν πει ότι μπορεί να φύγει, όποια ώρα το θελήσει.

Στις εξόδους της δείχνει εντάξει. Δε φαίνεται να πίνει. Δε μυρίζει η ανάσα της. Δεν τρέμει. Δε λέει ασυναρτησίες. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά. Υπερβολικά καλά.

Οι διακοπές θα είναι ένα μεγάλο τεστ. Θυμάμαι τις διακοπές μας στην Πελοπόννησο, πριν τέσσερα χρόνια. Πώς καταστράφηκαν 150 φωτογραφίες από την Ύδρα, για μια μπίρα. Είχα τσαντιστεί τόσο, όταν την είδα να πηγαίνει, κρυφά, στο μπαράκι του πλοίου και να αγοράζει μια μπίρα, οργίστηκα άλλο τόσο όταν ξαναγόρασε άλλη μπίρα με το που φτάσαμε στο Τολό, που αντί για save πάτησα delete. Κι έφυγαν στο υπερπέραν οι αναμνήσεις. Έμεινε η ανάμνηση ενός αλουμινένιου κουτιού.

Γι αυτό λέω ότι οι διακοπές μας θα είναι ένα μεγάλο τεστ. Δεν έχουμε ζήσει διακοπές χωρίς αλκοόλ. Πολύ αλκοόλ. Μιλάμε για απίστευτες ποσότητες. Έβρισκα μισόλιτρα ούζου μέσα στη βαλίτσα με τα βρακιά της. Έβρισκα άδεια κουτάκια μπίρας στα πιο απίθανα σημεία. Κι ήταν η μόνιμη μεταφορέας των σκουπιδιών, όπου κι αν μέναμε, όσοι κι αν μέναμε. Για να πετάει τα κουτάκια και να αγοράζει καινούργια.

Πέρασα απέραντες ώρες μοναξιάς. Ζητούσε να περπατήσει, λίγο, μόνη της και τα βήματά της ήταν προγραμματισμένα να πάνε στο πρώτο περίπτερο, στο πρώτο σνακ μπαρ, όπου μπορούσε να αγοράσει μια μπίρα. Σεβόμουν την επιθυμία της για λίγη απομόνωση κι εισέπραττα μια αλκοολική βραδιά.

Οι Άγγλοι έχουν ακριβώς την έκφραση που θέλω να πω τώρα: Im looking forward this summer. Άντε πες το αυτό στα ελληνικά. Ανυπομονώ γι αυτό το καλοκαίρι; Αμ δεν είναι αυτό το νόημα…

I’m looking forward, λοιπόν…

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2007

Πρώτο τεστ θετικόν

E la mama eva!
Επιτέλους!
Όχι ότι δεν έκανε δουλειές μέσα στο σπίτι. Παραέκανε. Αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές που θες να ζήσεις την απομόνωσή σου.
Αλλά να μην τα ξαναρχίζουμε αυτά. Έχουμε εξελίξεις:
Βγήκε έξω. Όχι οριστικά, αλλά για να πάει στον οδοντίατρο. Χθες, για πρώτη φορά μετά από εκείνη την Τρίτη, ήταν ελεύθερη. Κολύμπησε στον κόσμο και είχε την κάθε ευκαιρία να αρπάξει μια μπιρίτσα και να γευτεί μια γουλιά. Δεν το ΄κανε.
Είχαμε και μια κουβέντα:
"Αν ήταν να πιω, θα είχα υπογράψει και θα είχα βγει έξω εδώ και μέρες. Μην αγχώνεσαι".
"Μια κουβέντα είναι"...
"Δε με βοηθάς".
Και σταμάτησα να αγχώνομαι. Για να βοηθήσω.
Αλλά με ξαναάγχωσε. ¨Ηθελε να πάμε σπίτι. Πήγαμε. Να δει τα γατιά της (γιατί, δεν ξέρω αν το ξανάπα, η Κατερίνα διαθέτει δυο γατούλες). Λογικό. Τα περιποιήθηκε -όχι ότι εγώ τα είχα παρατήσει- κι έπειτα κατάλαβα γιατί είναι κόρη της μάνας της. Άρχισε τις δουλειές. Πιάτα, τίναγμα, έτοιμη να βάλει σκούπα ήταν.
Με δεδομένο ότι, εκτός του οδοντίατρου, είχε πάει και για ... σολάριουμ ("να μην είμαι σαν το γάλα στην παραλία, ρε παιδί μου"), η ώρα είχε περάσει για τα καλά. Τέσσερις ώρες μετά γυρίσαμε στην κλινική. Κι εγώ ήμουν μέσα στο άγχος.
Και ξέχασα να της πάρω πίσω το κινητό της. Και είναι, τώρα, με το κινητό στην κλινική. Που απαγορεύεται.
Ουφ!
Διαπιστώνω ότι, ώρες - ώρες, ξεχνάω. Μήπως να πήγαινα εγώ στην κλινική μετά την Κατερίνα;

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2007

Μάνα

Τρεις μέρες τώρα είναι εδώ η μητέρα της. Μια γυναίκα που θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό της για όσα έγιναν, που ψάχνει απεγνωσμένα να μοιράσει την ευθύνη, που της αρέσει να ελέγχει και να λέει την άποψή της σε όλους, όποτε κι αν θεωρήσει εκείνη ότι είναι σωστό. Μια γυναίκα που κινείται συνεχώς, στο δικό της ρυθμό κι αν προλάβεις, έχει καλώς. Διαφορετικά, το τρένο φεύγει.
Είναι αεικίνητη. Μαγειρεύει τρία φαγητά την ημέρα. Επισκεπτόμαστε την Κατερίνα κάθε πρωί. Της δίνει συνεχώς φαγητό και καθαρά ρούχα. Και, βέβαια, εγώ έχω μετατραπεί σε ταξιτζή.
Το περίμενα, βέβαια. Δεν ξέρω αν κάνει καλό στην Κατερίνα, ή όχι. Ξέρω ότι δείχνει πιο ξέγνοιαστη τώρα που υπάρχει ένας άνθρωπος στο σπίτι, μαζί μου.
Εγώ είμαι λύκος. Πάντα έτσι ήμουν. Από 18 χρονών, όταν έκλαιγα στο μπαλκόνι, με "φίλους" που με παράτησαν (ενώ στην πραγματικότητα δεν ήθελαν να είμαι εγώ το κέντρο του δικού τους σύμπαντος). Από τότε, κινούμενος καθαρά εγωιστικά, πήρα την απόφαση να είμαι μόνος. Εκτός αγέλης.
Τράβηξα το δικό μου δρόμο επαγγελματικά. Κινήθηκα εκτός "φίλων", εκτός παρέας. Πήγα μόνος μου σε ένα γραφείο και ζήτησα να δουλέψω εκεί. Συνδέθηκα ως φίλος μόνον με πέντε συναδέλφους. Μόνον ο ένας με βοήθησε, θεωρώντας το υποχρέωσή του, επειδή τον είχα στηρίξει. Σπουδαίος άνθρωπος, σ αυτό το βρόμικο κύκλωμα.
Δεν πίστεψα σε φίλους που έρχονται και παρέρχονται. Παρέμεινα ανοικτός σε όλους, χωρίς να φοβηθώ να μιλήσω για τα προβλήματά μου. ΑΥτό τους τρόμαζε. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ένας άνθρωπος είχε το χ πρόβλημα και δεν τον ένοιαζε να το συζητήσει με τον καθένα. Θέλω να πιστεύω ότι αυτός που είναι βιβλίο ανοικτό, δεν έχει να χάσει το παραμικρό. Ακούω βερεσέ επιχειρήματα του τύπου "δίνεις όπλα στους εχθρούς σου". Οι εχθροί θα βρουν όπλα, ούτως ή άλλως.
Το περίεργο είναι ότι ελάχιστοι είναι αυτοί που πιστεύουν πως ένας άνθρωπος μπορεί, πολύ άνετα, να ζήσει εντελώς μόνος.
Αυτές τις μέρες, η Κατερίνα ζει εντελώς μόνη. Πριν αρχίσουν οι συχνές επισκέψεις, την έβλεπα πιο δυνατή.
Χθες, όταν ήμουν εκεί μαζί με τη μητέρα της, η κουβέντα πήγε στο μετά: Μετά την έξοδο. Κι η Κατερίνα, αμέσως, απάντησε:
"Αν έβγαινα τώρα, θα ξαναέπινα".
Τα κεφάλια κατέβηκαν, πάλι. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτή η ομολογία είχε να κάνει με την Κατερίνα, ή με την κατάσταση που βιώνε.
Σήμερα, στην επίσκεψή μας, μίλησε από μόνη της γι αυτό:
"Μη στεναχωριέστε. Να καταλάβετε ότι αυτό δεν είναι ένα κουμπί, που το πατάς και αλλάζεις. Θέλει προσπάθεια. Κάποιες φορές, εδώ μέσα, έχω σκεφτεί το ποτό. Κάποιες άλλες, σκέφτομαι το τι πέρασα και τι περνώ και δεν θέλω ούτε να ξαναδώ ποτήρι. Η ιστορία είναι τι θα γίνει μετά".
Τάδε έφη Κατερίνα.

Σάββατο, Ιουλίου 14, 2007

Τραβάω άλλο ζόρι...

Δεν είχα σκοπό να μπλογκάρω, Σαββατιάτικα. Λίγο, όμως, το ότι την είδα, για δεύτερη φορά, λίγο το ότι με «τσίγκλισε» ένα ανώνυμο σχόλιο, αποφάσισα να γράψω κάτι.
Κατ αρχήν να ξεκαθαρίσω ότι φυσικά και θέλω να ξαναβρεί τον εαυτό της η Κατερίνα. Διαφορετικά, δεν είχα κανέναν λόγο να δεχτώ να κλειστεί, για τρεις βδομάδες αρχικά –ίσως και για παραπάνω- σε τρελάδικο. Γιατί, να μην παίζουμε με τις λέξεις, σε τρελάδικο κλείστηκε. Με δική της απόφαση, βέβαια, αλλά με τη συναίνεσή μου. Ήρθε, με βρήκε, μου είπε:
«Μπορείς να ζήσεις τρεις βδομάδες χωρίς εμένα»;
«Τι εννοείς»;
«Θα πάω, τελικά, σε κλινική».
«Το σκέφτηκες καλά; Είναι μεγάλο βήμα αυτό που πας να κάνεις».
«Δεν υπάρχει άλλος δρόμος… Το σκέφτηκα πάρα πολύ καλά».
«Τότε, μη σκέφτεσαι εμένα. Δεν είμαι ούτε κουτσός, ούτε κουλός, ούτε χαζός. Μια χαρά μπορώ να ζήσω μόνος μου, όσο χρειαστεί. Πολύ περισσότερο, μια χαρά μπορώ να ζήσω μόνος μου τρεις εβδομάδες, ειδικά αν είναι να σε δω μια χαρά».
Αυτός ήταν ο διάλογος. Διάλογος άμεσος, ειλικρινής. Χωρίς να τον έχω προσχεδιάσει, χωρίς να τον έχει σκεφτεί. Έτσι μας βγήκε, αυτά είπαμε. Νομίζω ότι και οι δύο δείξαμε αγάπη.
Αλλά, όπως έγραψα και στο σχόλιό μου στον ανώνυμο,
«Και, τέλος πάντων, σ αυτό το Blog βγάζω εσώψυχα. Και αν έλεγα ότι "να γίνει καλά και δε με νοιάζει, ας με παρατήσει, ας φύγει μετά", θα έλεγα φριχτά ψέμματα. Με νοιάζει και με παρανοιάζει, όπως θα ένοιαζε τον καθένα. Που έφαγε το ζόρι, πέρασε τα δύσκολα κι εκεί που ελπίζει πως θα ζήσει με τον άνθρωπό του, ευτυχισμένος, ξανάρχεται η δυστυχία. Δεν κατάλαβα... Γιατί σε σοκάρει να θέλει κάποιος να ζήσει ευτυχισμένος; Ο Χριστός σταυρώθηκε πριν 2007 χρόνια, η μητέρα Τερέζα πέθανε πρόπερσι και τον Γκάντι τον σκότωσαν όταν ήμουν παιδί. Κι ό,τι κάνουμε, ως άνθρωποι, δεν το κάνουμε από ανιδιοτέλεια. Κάπου αποσκοπούμε. Όλοι μας. Εγώ αποσκοπώ στο να ζήσω ευτυχισμένος με τον άνθρωπό μου, μετά από πέντε χρόνια Ζοριού».

Δε θα ντραπώ να παραδεχτώ ότι είμαι άνθρωπος. Κι ότι θέλω να ζήσω μαζί της, όταν δε θα έχει κανένα πρόβλημα. Όταν θα μπορώ να δω μαζί της μια ταινία ως το τέλος, χωρίς να την παίρνω από τον κινηματογράφο κοιμισμένη και να την πηγαίνω κατευθείαν στο κρεβάτι της. Όταν θα μπορώ να πάω μια εκδρομή μαζί της, ή διακοπές, χωρίς να παρακολουθώ πόσες μπίρες ήπιε και πως θα γίνει να είναι καλά στην παραλία ή στο βουνό. Όταν θα μπορώ να καθίσω για μια σόδα στο μπαράκι, χωρίς να ψάχνω χρήματα να πληρώσω τον τεράστιο λογαριασμό από μπίρες. Όταν θα μπορώ να πάω σε μια συναυλία και να χορέψω επειδή μας ξεσήκωσε η μουσική κι όχι επειδή με τράβηξε με το ζόρι, μεθυσμένη, επειδή κάποιος τυχαίος, που καθόταν δίπλα, δεν την ακολούθησε στο χορό της. Όταν θα μπορώ να ξυπνήσω την άλλη μέρα το πρωί και να μιλήσω μαζί της για όσα έγιναν. Και να μ ακούει. Και να την ακούω. Και να θυμάται. Να μην με κοιτά λες και ήρθα από τον Άρη.
Και πείτε μου, τώρα, στα ίσα και παλικαρίσα: Ποιος από σας δε θα στεναχωριόταν, δε θα πικραινόταν, αν ο άνθρωπος με τον οποίο πέρασε τόσα, τώρα που είναι «μια χαρά» επιλέγει να ζήσει όλα αυτά με κάποιον ουρανοκατέβατο;
Ε, ανώνυμε;
Δεν πιστεύω ΚΑΘΟΛΟΥ αυτούς που λένε «ας είναι καλά κι ας είναι μακριά μου». Φυσικά και το εύχεσαι αυτό. Δε θα φτάσεις και στο άλλο άκρο, να καταριέσαι αυτήν/όν που σ άφησε –κάτι τέτοιο θα ήταν αρρωστημένο κι αηδιαστικό. Αλλά αν (λέμε αν) σε παρατήσει, είσαι ψεύτης με περικεφαλαία, αν ισχυριστείς ότι θα χαμογελάσεις, θα της/του χαϊδέψεις τα μαλλιά και θα πεις «τώρα φεύγω απ τα ονειρά σου και καλή τύχη όπου κι αν πας» -και θα το εννοείς. Ναι, θα το κάνεις –κι εγώ θα το ΄κανα- αλλά από μέσα μου θα σπάραζα. Και μόλις μου γυρνούσε την πλάτη κι απομακρύνονταν, θα ξεσπούσα σε κλάματα.
Επειδή, λοιπόν, σ αυτό το Blog έγραφα ΠΑΝΤΑ αλήθειες, και τώρα έγραψα την αλήθεια. Ότι θα με πείραζε η απόρριψη.
Βάζω μια τελεία σ αυτό, για να δούμε και το ζόρι μας.
Λοιπόν, πάει καλά. Τα χέρια της δεν τρέμουν (έχει να πιει από τα ξημερώματα της Τρίτης) και είναι γεμάτη ζωή. Η επιδερμίδα της έχει ανανεωθεί, μέσα σε τόσες λίγες ημέρες. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Έχει ζωή μέσα της.
Παραβίασα, λίγο, τις συμβουλές των γιατρών. Της πήγα mp3 με τα αγαπημένα της τραγούδια. Απέφυγα το cd και τα δισκάκια και λόγω όγκου και λόγω του ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Συμπλήρωσε τέσσερις μέρες έγκλειστη. Τη Δευτέρα θα μιλήσω με τους γιατρούς.
Έχω πολλά να γράψω, αλλά αισθάνομαι πως παραβιάζω έναν προσωπικό κόσμο. Ως τώρα, ο αλκοολισμός της ήταν κάτι φανερό, σε όλους. Δεν αισθανόμουν άσχημα όταν έγραφα γι αυτόν, επειδή όλοι το γνώριζαν. Τώρα, όμως; Τώρα κάνει μια προσπάθεια. Μεγάλη. Δύσκολη. Έχω το δικαίωμα να βγάζω φόρα παρτίδα τον αγώνα της;

Αντί ποστ...

Τραγούδι αφιερωμένο στην Κατερίνα:

Πέμπτη, Ιουλίου 12, 2007

2η νύχτα

Σχόλασα πριν μισή ώρα. Είμαι, ακόμη, στο γραφείο. Δεν έχω καμία όρεξη να πάω σπίτι. Να βρεθώ, με τις σκέψεις μου, μέσα σε τέσσερις τοίχους.
Αν δεν υπήρχαν τα γατιά, ίσως να μην πήγαινα ποτέ. Τι φταίνε κι αυτές οι ψυχούλες...
Το κινητό της, χθες, δε σταμάτησε να χτυπάει. Παίρνει και κάποιος, ή κάποια, από απόκρυψη. Δε μου αρέσει αυτό.
(Οι ζήλιες μας έλειπαν, τώρα)!
Πάει και σήμερα...

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2007

Μοναξιά

Μόνος, μετά από πέντε χρόνια.
Το σπίτι, αφόρητα άδειο. Ο άνθρωπός σου δεν είναι εκεί. Και η αβεβαιότητα μ έχει πλακώσει. Μετά από τρεις βδομάδες τι θα γίνει;
Το είχα πάρει απόφαση, να μείνω μόνος. Ήθελα να μετακομίσω, να σταματήσω να είμαι μαζί της. Αυτές τις ημέρες, όμως, που δίνει τον αγώνα της, θα ΄θελα να ήμουν εκεί. Μόνον που, αν ήμουν εκεί, θα της έκανα μεγαλύτερο κακό, από καλό.
Σήμερα μπήκε. Τελικά, βρέθηκε κρεβάτι σε μονόκλινο, σε κλινική έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ολόκληρο ταξίδι θέλω, κάθε μέρα, για να πηγαίνω. Αν και, πολύ φοβάμαι, ότι δεν θα μου επιτρέψουν καμία επαφή.
Πήγαμε μαζί. Περιμέναμε το γιατρό. Ήμουν μέσα σε όλη την εξέταση. Έζησα την αμηχανία της, την προσπάθειά της να αποφύγει την αλήθεια. Αλλά και την παραδοχή, την παράδοση. Τον εξευτελισμό, όταν δεν της άφησαν να κρατήσει ούτε μια κρέμα προσώπου. Ούτε τη μηχανή για τις τρίχες των ποδιών της. Ούτε το σαμπουάν της.
Είδα το κενό βλέμμα της, όταν της είπα πόσο όμορφη θέα είχε το δωμάτιό της. Όμως εκείνη έβλεπε μέχρι τα πράσινα κάγκελα.
Είδα το συγκαταβατικό χαμόγελό της όταν της είπα ότι ήταν τυχερή που το δωμάτιό της είχε τηλεόραση και ψυγείο. Όμως εκείνη έβλεπε τον απέναντι τοίχο. Όταν γύρισα, από το κυλικείο, η τηλεόραση έπαιζε το ίδιο ντοκιμαντέρ και το ψυγείο της έχασκε άδειο.
Μου πρότεινε να φάω, αν πεινούσα, λίγο από το φαγητό που της έφεραν. Ήταν αδύνατον. Αρνήθηκα. Έφαγα αργότερα, με την Παρασκευή, έξω. Ξεχάστηκα, μίλησα για άλλα πράγματα και πέρασα καλά. Κι έπειτα, όταν βρέθηκα μπροστά στην tft, κι είπα να ποστάρω, άρχισα, σταμάτησα, ξανάρχισα, ξανασταμάτησα.
Τελικά είπα «θα το κάνω» και το ΄κανα.
Η περιγραφή μου έχει κενά. Οι εικόνες, οι λέξεις, όλα, μου έρχονται χωρίς χρονική σειρά. Το ένα πίσω από το άλλο, χωρίς νόημα. Όπως χωρίς νόημα είναι η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων, πίσω από τα παράθυρα με τα πράσινα κάγκελα. Πορεύονται χωρίς αρχή και τέλος. Τουλάχιστον η Κατερίνα έχει έναν σκοπό.
Άκουσα πολλές κραυγές σήμερα. Κραυγές ανθρώπινες. Ανδρικές. Γυναικείες. Κραυγές κάποιων που ζουν μόνοι, μέσα στην καταιγίδα του μυαλού τους. Κι εκείνη, ανάμεσά τους, να έχει να πολεμήσει με τους εφιάλτες του μυαλού της και τους εφιάλτες μιας ζωής με αλκοόλ.
Ήταν κανονική ανάκριση η πρώτη συνάντηση με τους γιατρούς. Τρεις, υποτίθεται αδιάφοροι, ρωτούσαν με ρυθμό πολυβόλου.
«Μόνον η λακέρδα λείπει»…
Όταν το είπε αυτό, πέρασε από μπροστά μου, αστραπιαία, η εικόνα του Ηλιόπουλου, στο Έξω οι Κλέφτες. Κι έφυγε, πριν προλάβω να χαμογελάσω.
Παρατηρούσα επίμονα την εξέτασή της. Λες και θα καταλάβαινα, από τις ανακλαστικές κινήσεις της, πόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημά της. Έψαχνα το βλέμμα της. Δεν είχα άλλον τρόπο να την ακουμπήσω.
Έφυγα μεσημέρι από εκεί. Τώρα είναι βράδυ. Το βράδυ, λένε, οι ψυχικά ασθενείς δεν αντέχουν. Βογκάνε. Φωνάζουν. Μωρό μου, ας ήταν να σε πάρω αγκαλιά. Ας ήταν να γιατρευόσουν έτσι, στο τσακ, σε μία στιγμή.
Κουράγιο Κατερίνα. Άντεξε! Άντεξε για ΄σένα!

Δευτέρα, Ιουλίου 09, 2007

Δύσκολες ώρες

Τέρμα τα ψέμματα. Μπαίνει αύριο, στις 10 το πρωί. Πήγαμε, σήμερα το απόγευμα και είδαμε την κλινική. Δύσκολα. Τι πρώτο να πω για το περιβάλλον. Τι πρώτο να πω για τις τηλεφωνικές τις συνδιαλέξεις με τους γονείς της.
Τα λέμε σε κάποια άλλη στιγμή. Περνάει δύσκολα.

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2007

Επιθεώρηση

Απογοητεύτηκα. Ευτυχώς, η Κατερίνα είναι, ακόμη, αποφασισμένη. Τη Δευτέρα κάνει εισαγωγή.
Γιατί απογοητεύτηκα εγώ; Από την εικόνα που αντιμετώπισα.
Το κτίριο, καταπληκτικό. Θυμίζει περισσότερο ξενοδοχείο, παρά κλινική. Από έξω. Κι από μακριά. Με το που φθάσαμε στην πράσινη τεράστια καγκελόπορτα, άρχισαν τα δύσκολα. Δυο χαμένες ψυχές, ένας άνδρας και μια γυναίκα, κάποιας απροσδιόριστης ηλικίας, μας ζητούν, με νοήματα, τσιγάρο. Το προαύλιο γεμάτο ανθρώπους που ψάχνουν τον προσανατολισμό τους.
Γυρίζω, την κοιτάζω. Έχει χαμηλώσει το βλέμμα. Προσπαθεί να τους αποφύγει. Περπατάει πιο γρήγορα –δυσκολεύομαι να την ακολουθήσω στην ανηφόρα.
Φθάνουμε στα γραφεία. Η ρεσεψιόν θυμίζει ξενοδοχείο. Πολυτελή φωτιστικά, μοντέρνα γραμμή, ευγενικοί υπάλληλοι. Σύντομη συνάντηση με τη διευθύντρια. Λέει λίγα, είναι φανερό ότι δε θέλει να πιέσει την Κατερίνα στο ελάχιστο. Σημασία έχει να θέλει από μόνη της να κάνει αυτό το βήμα.
«Θα δείτε, θα αποφασίσετε. Αν το αποφασίσετε, πείτε το μας και θα κανονίσουμε εμείς με το ταμείο σας. Εσείς τηλεφωνήστε μας και πείτε μας πότε θέλετε να ΄ρθείτε».
«Μπορώ και τη Δευτέρα; Επειδή έχω κάποιες δουλειές να κανονίσω μέσα στο Σαββατοκύριακο»…
«Όποτε θέλετε. Σημασία έχει να κάνετε την εισαγωγή γρήγορα. Όποτε θέλετε. Σήμερα; Σήμερα! Τη Δευτέρα; Τη Δευτέρα»!
Η προϊσταμένη μας δείχνει τους χώρους. Μια τραπεζαρία, άδεια. Εκεί το κάπνισμα απαγορεύεται. Έξι στρόγγυλα τραπέζια. Από έξι καρέκλες στο καθένα. Χωρίς πίνακες, γλάστρες, ο,τιδήποτε.
«Ο χώρος είναι γυμνός»…
«Ναι, προσπαθούμε να προφυλάξουμε κάποιους ασθενείς. Βέβαια, στο χώρο αυτό δεν υπάρχουν βίαιοι ασθενείς. Όμως, επειδή θα ζήλευαν, αν υπήρχαν εδώ γλάστρες, ή κάδρα και θα ζητούσαν κάτι παρόμοιο και για το δικό τους εστιατόριο, το αποφεύγουμε. Προσπαθούμε να κρατούμε τις ισορροπίες»…
Αυτό το τελευταίο, θα το άκουγα συνέχεια. Ειδικά όταν φθάσαμε στα δωμάτια. Δίκλινα, τρίκλινα και τετράκλινα.
«Τηλεόραση»…;
«Θα πρέπει να φέρετε δική σας. Επιτρέπεται, δεν υπάρχει πρόβλημα»…
«Και dvd»;
«Για ταινίες, εννοείτε… Ε, δε νομίζω να υπάρξει πρόβλημα»…
Σκέφτηκα, αστραπιαία, αυτό που θα ζητούσα εγώ σ΄ εκείνο τον χώρο:
«Κάποιο κομπιούτερ»;
«Ένα λάπτοπ, ναι! Αλλά θα πρέπει να μας το δίνετε, το βράδυ, να το φυλάμε εμείς».
«Μα… Για ποιο λόγο»;
«Κοιτάξτε… Με το που θα έρθετε, θα πρέπει να υπογράψετε μια υπεύθυνη δήλωση, ότι η κλινική δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν κλοπές. Παρόλα αυτά, εμείς θέλουμε να προστατεύουμε τα αντικείμενα των νοσηλευόμενων. Όπως καταλαβαίνετε, εδώ νοσηλεύονται άνθρωποι οι οποίοι έχουν ένα άλφα παρελθόν».
Αποφεύγει συστηματικά να τους χαρακτηρίσει. Το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω, επίσης, το πού θα πάει η κουβέντα. Γιατί η Κατερίνα, δεν εξαρτάται μόνον από το ποτό, ή από το τσιγάρο, αλλά και…
«Το κινητό επιτρέπεται»;
Νάτο!
«Δυστυχώς, όχι»…
«Όχι»;
«Όχι»!
«Για ποιο λόγο»;
«Στο παρελθόν είχαμε κάποια περιστατικά. Υπήρξαν ασθενείς, οι οποίοι ζητούσαν τα κινητά άλλων, για να ζητήσουν κάτι από τους δικούς τους ανθρώπους, ανά πάσα στιγμή. Τους αναστάτωναν άδικα. Υπερχρέωναν τα κινητά των άλλων. Επίσης, κάποιοι, αναζητούσαν αλκοόλ από τις γειτονικές ταβέρνες και πιτσαρίες. Έδιναν παραγγελίες. Κι αν το επιτρέψουμε σε ΄σας, θα έχουμε παράπονα από άλλους, για τους οποίους έχουμε λόγο να το απαγορέψουμε. Προσπαθούμε να κρατάμε τις ισορροπίες»…
«Μάλιστα… Τι πρέπει να φέρω μαζί μου, δηλαδή»;
«Ε, άλλες απαγορεύσεις δεν υπάρχουν… Εκτός από τα ρούχα»…
«Δηλαδή»;
«Προτιμάμε να κυκλοφοράτε με φόρμες. Όχι μπλουζάκια, όχι καυτά σορτς. Καταλαβαίνετε… Κι αν τα επιτρέψουμε σε ΄σας, θα έχουμε παράπονα από άλλους, όπου αν τους τα επιτρέπαμε, θα ήμασταν αντιμέτωποι με δύσκολες καταστάσεις. Προσπαθούμε να κρατάμε τις ισορροπίες»…
Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί εκεί μέσα οι περισσότεροι έχουν πρόβλημα ισορροπίας. Κοιτάω την Κατερίνα. Το βλέμμα μου θυμίζει, μάλλον, ακτίνες χ. Προσπαθώ να τη σκανάρω, να μπω στο κεφάλι της, να διαβάσω και να κατανοήσω τις σκέψεις της. Να μπω στην ψυχούλα της, να την αγκαλιάσω και να της δώσω κουράγιο. Σίγουρα έχει περισσότερο από εμένα. Εγώ θα είχα εγκαταλείψει την ιδέα –και θα έψαχνα κάτι άλλο- από την είσοδο. Από την ώρα που εκείνος ο ηλικιωμένος ασπρομάλλης μαυριδερός τύπος με τις λερωμένες φόρμες με πλησίασε και μου ζήτησε τσιγάρο.
«Δώσε, ρε, ένα τσιγάρο»…
«Δεν καπνίζω»…
«Πίπες κάνεις»;
Εκεί εγώ έχασα κάθε θάρρος, κάθε κουράγιο. Ψυχολογικά κατέρρευσα. Και πρέπει να ξανασταθώ στα πόδια μου, για να δώσω κουράγιο και στην Κατερίνα, αν το χρειαστεί…

………………………………

Τα δυσάρεστα δε λένε να μας εγκαταλείψουν. Ευτυχώς, πηγαίνουν μαζί με τα ευχάριστα.
Πρώτα τα δυσάρεστα: Το ταμείο δεν καλύπτει τη συγκεκριμένη κλινική και μας στέλνει σε άλλη. Τη Δευτέρα, αναγκαστικά, θα έχουμε νέα ξενάγηση.
Και τώρα τα ευχάριστα: Η Κατερίνα είναι, τελικά, γερό κόκαλο. Μετά από κάποια ψυχολογικά τεστ, έκριναν ότι μάλλον θα χρειαστεί νοσηλεία τριών εβδομάδων –κι όχι τριών μηνών.
Σίγουρα οι τρεις εβδομάδες περνούν γρηγορότερα από τους τρεις μήνες.
Θα φθάσουν, όμως;

Η μεγάλη απόφαση

Επιτέλους φως! Θέλει μεγάλα αρχ*** για μια τέτοια απόφαση. Πήγε στον ψυχολόγο, μίλησε και πήρε την απόφαση: Πρωί Παρασκευής μπαίνει στην κλινική.
Το ευχάριστο νέο: Τελικά βρέθηκε ιδιωτική κλινική, συνεργαζόμενη με το ταμείο στη Θεσσαλονίκη. Πρωί Παρασκευής κάνουμε… επιθεώρηση.
Το ζόρι μου: Είμαι με την ψυχή στο στόμα. Κι αν δεν της αρέσει; Αν σηκωθεί να φύγει; Πώς να την πιέσω; Πώς να την πείσω;
Μην προτρέχεις –θα μου πείτε. Ένα-ένα τα βήματα. Εν αναμονή, λοιπόν.
Αύριο νεώτερα...

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

Μη σου το κάνεις...

Από το πρωί, άναψαν τα τηλέφωνα. Έψαχνε κλινική να μπει. Το πήρε απόφαση.
Τζίφος! Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει το παραμικρό. Και στην Αθήνα σε στέλνουν... στο Δαφνί! Ομάδες, α/α και λοιπά, τα έχουμε απορρίψει (έχω ξαναγράψει γι αυτό εδώ).
Τελικά, βρήκε ψυχαναλυτή-ψυχίατρο (τον ίδιο που πήγαινε πριν έναν χρόνο).
"Θέλω να ξανάρθω, μου κάνατε καλό".
Συνεννοήσεις με το ταμείο. Τα χρήματα είναι πάρα πολλά: 70 € η συνεδρία και χρειάζεται δύο τη βδομάδα, δηλαδή 560 € το μήνα!
Νέα προσπάθεια για κάτι στο δημόσιο. Καταλήγουμε -και πάλι- στο Δαφνί. Κι εκεί, όχι μέσα, αλλά... από έξω! Εκτός του ότι η λύση της Αθήνας απορρίπτεται, αν πας εκεί, θα πρέπει να περιμένεις ένα με δύο χρόνια εκτός προγράμματος και να παρακολουθείς κάποιες ομάδες, δύο φορές την εβδομάδα.
Καταλήγουμε, πάλι, στον ιδιώτη.
"Είσαι αποφασισμένη";
"Δεν αντέχω, άλλο, την ξεφτίλα. Έπιασα πάτο. Δεν έχει πιο κάτω".
"Καταφέρνεις, όμως, κάθε βράδυ, να πηγαίνεις και πιο βαθειά..."
"Μη μου το κάνεις αυτό"...
Το "μη μου το κάνεις αυτό" θα το άκουγα και σήμερα το βράδυ. Ήταν να έρθει η ανηψιά της και η νύφη της. Την είχα παρακαλέσει να κρατηθεί.
"Δε θα σκοτεινιάσω τα ματάκια της".
"Επειδή έγινε κι άλλη φορά και σκοτείνιασαν, τελικά, τα ματάκια της"...
"Σε παρακαλώ... Ντρέπομαι"!
"Δε φτάνει..."
Το βράδυ μιλήσαμε από τις δουλειές μας. Μιλούσε κοφτά. Γρήγορα. Μια-δυο λέξεις τη φορά Χαρακτηριστικό των αλκοολικών, όταν θέλουν να κρύψουν τη σούρα τους. Όταν μιλάνε πολύ, χάνουν τα λόγια τους, μπερδεύουν συλλαβές και λένε μαλακίες. Με τις σύντομες, κοφτές απαντήσεις, γλιτώνουν. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν.
"Πάλι τα ίδια";
"Δεν ακούω"!
"Πάλι τα ίδια";
"Ε";
"Τι ε, ρε Κατερίνα; Πάλι ήπιες; Πάλι"...
"Η ανηψιά μου! Σ αφήνω"!
"Τι η ανηψιά σου; Παιδάκι τεσσάρων χρόνων ήρθε εκεί; Μόνο του;"
"Σ αφήνω, σ' αφήνω"...
"Ήπιες πάλι"...
"Μη μου το κάνεις αυτό"...
Εσύ το κάνεις στον εαυτό σου. Και καλά εγώ. Έχω αναλάβει -από μαλακία, από αγάπη, από φόβο να ανοίξω τα φτερά μου, όπως θες πές το- ρόλο νοσοκόμου. Αλλά εσύ; Δεν πας στην παραλία, αν έχεις έστω και δείγμα τρίχας στο πόδι. Δεν πας στη δουλειά, αν δεν έχεις κάνει μπάνιο και αν δε φοράς κάτι διαφορετικό. Και το βράδυ, η Κατερίνα που προσέχει την εμφάνισή της, που διαλέγει δυο ώρες τα πέντε σκουλαρίκια του ενός και τα οκτώ του άλλου αυτιού, που πέρασαν 15 μέρες για να διαλέξει το σωστό τατού, γίνεται ένα με τα σκουπίδια.
Μην σου το κάνεις αυτό.

Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2007

Το θαύμα κρατά τρεις μέρες

"Πόσο καιρό κρατάει το θαύμα";
Ρώτησε η δεσποσύνη από το Βέλγιο.
Τρεις μέρες. Στην Ελλάδα τα θαύματα κρατάνε τρεις μέρες. Παρασκευή, ήταν η πρώτη μέρα. Υποσχέσεις και όρκοι, ότι όλα θα πάνε καλά. Σάββατο, ήταν η δεύτερη μέρα. Το πρωί πήγα να δω την κόρη μου, στη Χαλκιδική, όπου παραθερίζει στης γιαγιάς της, με τη μητέρα της. Γκάτζερ φρικ το παιδί, σαν το μπαμπά του, δέκα χρονώ και τριγυρνάει με i-pod και psp. Ανταλλάξαμε mp3, φωτογραφίες και βιντεάκια, ξεψειρίσαμε το σκυλάκι στο psp και πήρα το δρόμο για την επιστροφή. Έβρεχε, βρόνταγε, μια αηδία. Κι εγώ σκεφτόμουν σε τι κατάσταση θα την έβρισκα.
Τη βρήκα μια χαρά.
Το βράδυ πήγαμε στη συναυλία του Γκίλαν, στο θέατρο Γης. Ροκ χωρίς μπίρα γίνεται; Εμ, δε γίνεται. Υποσχέθηκα να την αφήσω να πιει λίγο.
Αυτό είναι και το πρόβλημά της. Πιστεύει -ακόμη- ότι μπορεί να το ελέγξει. Κι όταν τα καταφέρνει, παίρνει θάρρος.
Στη συναυλία ήπιε δυο κουτάκια μπίρα. Κι ένα με τη λήξη. Κι ένα κρυφά. Διαβάστε, τώρα, μαλακία που δέρνει τον εξαρτημένο και νομίζει ότι μπορεί να κρυφτεί. Εκατό φορές μου είπε πως ΜΑΛΛΟΝ θα πάει στην τουαλέτα. Από την πρώτη φορά ήξερα τι ήθελε να κάνει. Θα πήγαινε για μπίρα. Κάποια στιγμή, αποφάσισε να πάει στην υποτιθέμενη τουαλέτα. Διέσχισε όλο το θέατρο, ανέβηκε στις κερκίδες, κατέβηκε από την άλλη πλευρά κι έφθασε στις τουαλέτες.
Ούτε σκέφτηκε, για μια στιγμή, ότι καθόμασταν ΑΚΡΙΒΩΣ στη μέση των κερκίδων κι είχαμε πιάτο τα πάντα. Και τον Γκίλαν στη σκηνή, αλλά κι όλο το θέατρο.
Την είδα με το που βγήκε από τις τουαλέτες. Μικρά, νευρικά βήματα. Πρώτα κάθισε λίγο δίπλα στη σκηνή. Δήθεν να δει τον Γκίλαν από κοντά. Μετά άρχισε η κίνηση προς το κυλικείο. Σε πέντε λεπτά, έφθασε ως την άκρη των κερκίδων. Χρειάστηκε άλλα πέντε λεπτά για να ανεβεί στο πρώτο σκαλοπάτι. Κι όταν πίστεψε ότι δεν την΄έβλεπε κανείς, ανέβηκε στο τελευταίο διάζωμα, στο κυλικείο. Αγόρασε μπίρα και την ήπιε μονορούφι. Κι έπειτα, ήλθε δίπλα μου, λες και δε συνέβαινε τίποτα.
Υπό τους ήχους του Στρέιντζ Κάιντ οφ Γούμαν, έσκυψα στο αυτί της:
"Η μαλακία σου είναι ότι την πίνεις μονορούφι"...
"..."
"Τι έγινε; Δεν άκουσες τι σου είπα, ή δεν κατάλαβες";
"Καλά δεν περνάμε";
"Σήμερα ναι. Αύριο";
"Κι αύριο καλά θα περάσουμε".
Κι ήρθε η Κυριακή. Και πήγε για δουλειά. Και στη 1 το ξημέρωμα που την πήρα τηλέφωνο, ήταν ακόμη εκεί.
"Γειά σου μωράκι μου"...
Η υπερβολική γλύκα, η μια δόση παραπάνω αγάπης, είναι, να ξέρετε, στάχτη στα μάτια. Ο εξαρτημένος έχει την εντύπωση ότι θα σε κερδίσει έτσι. Και, η αλήθεια είναι, πολλές φορές τα καταφέρνει. Γιατί ο εξαρτημένος από το αλκοόλ, είναι ένας γλυκός άνθρωπος. Είναι κεφάτος, τρέντι, χαρούμενος. Δεν είναι σαν τον τοξικομανή, απορριπτέος από όλους, απόκληρος της κοινωνίας. Ο αλκοολικός είναι ένας τοξικομανής με παρέες. Τον θέλουν όλοι. Κι αυτό είναι το τυράκι στη φάκα της εξάρτησης από το αλκοόλ.
Επέστρεψε στις 2 και μισή. Ζήτησε καρπούζι. Το είχε. Κι έπειτα πήγε να κοιμηθεί. Στο δικό της δωμάτιο και στο δικό της κρεβάτι.
Τουλάχιστον θα κοιμηθώ ήσυχος...
Καληνύχτα σας.

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2007

Αααααααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Θα σκάσω! Τόσο καιρό μακριά από το ζόρι, είχα την ελπίδα ότι δε θα χρειαζόταν να ξαναποστάρω τίποτα σε αυτό. Γελάστηκα. Όπως γελιέται ο αλκοολικός που πιστεύει ότι, με ένα ποτηράκι την ημέρα, δεν θα ξανακυλήσει.
Γιατί σ αυτήν τη σχέση, που όλοι ξέρετε (αν δεν ξέρετε διαβάστε τα προηγούμενα ποστ, που να κάθομαι να εξηγώ τώρα και σε αυτήν την κατάσταση) οι αλκοολικοί είναι δύο: η Κατερίνα, που το πάθος της είναι το αλκοόλ κι εγώ, που το πάθος μου είναι η Κατερίνα.
Περίληψη χαμένων επεισοδίων:
Επρόκειτο, λοιπόν, να μετακομίσω. Να ζήσω μόνος μου. Επειδή το είχα επιχειρήσει και παλιότερα κι όταν της το ΄πα τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά (παρακάλια, απειλές, κλάματα και στήσιμο με τις ώρες έξω από τη δουλειά μου), αποφάσισα αυτήν τη φορά να το κρατήσω κρυφό.
Έβαλα, λοιπόν, την ξαδέλφη μου, καθότι μεσίτρια, να μου βρει σπίτι. Και βρήκε. Περίπου 70 τμ, σε καλή περιοχή, όπως το ήθελα. Για κακή μου τύχη, όμως, με πρόδωσε η ΤΙΜ. Καθόσον, όταν η μεσίτρια-ξαδέλφη πήρε τηλέφωνο να με ειδοποιήσει ότι βρέθηκε το σπίτι και να πάω για τα συμβόλαια, το ρημαδιασμένο ΝΟΚΙΑ αρνήθηκε να συνδεθεί με το δίκτυο. Έτσι, εγώ αποκόμισα μια χαμένη κλήση, 0,5 € στο λογαριασμό μου για τη χαμένη κλήση και την αποκάλυψη του μυστικού μου. Διότι η μεσίτρια-ξαδέλφη βρήκε πρέπον και σωστό να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι και να ειδοποιήσει την Κατερίνα για τα ευχάριστα.
Όπως καταλαβαίνετε (κι όπως σωστά περιέγραψε ο Νοέμβριος σε ένα σχόλιό του καθότι είχε ενημερωθεί με email για τα τεκταινόμενα) ακολούθησε μια από τα ίδια. Κι αναγκάστηκα να πάρω στην ξαδέλφη-μεσίτρια να βρει καινούργιο διαμέρισμα, μεγαλύτερο.
Έτσι μετακομίσαμε παρέα. Εγώ, η Κατερίνα και οι δύο γάτες της.
Η νέα ζωή στο νέο σπίτι άρχισε με σειρά νέων υποσχέσεων. το κακό είναι ότι, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγάλο για την Κατερίνα) οι υποσχέσεις αποχής από το αλκοόλ τηρήθηκαν. Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζα.
Διότι, αυτήν τη φορά, η Κατερίνα με έπαιζε έχοντας μελετήσει καλά το παιχνίδι. Προφανώς είχε διαβάσει το blog, με αποτέλεσμα να αλλάξει τακτικές κάλυψης-απόκρυψης. Τέρμα, πια, τα μπουκάλια μπίρας κρυμμένα σε πατάρια και ντουλάπες. Μόνον κουτάκια αλουμινίου (τα οποία στη μεταφορά δεν ακούγονται τάνγκα τάνγκα) κι αυτά μόνο σε ώρες που ο λύκος δεν είναι ΄δω. Όταν ήμουν στη δουλειά, αγόραζε ένα κουτάκι από το περίπτερο και μ αυτό πορευόταν ώσπου επέστρεφα. Έτσι, τα μεσημέρια, φαινόταν στεγνή.
Το βράδυ, απείχε ως την ώρα που τελείωνε τη δουλειά της. Και τότε περιοριζόταν στο ένα κουτάκι. Ο σκοπός της ήταν διπλός: 1. Να μην το καταλαβαίνω. 2. Να το ελέγχει. Απέτυχε και στα δύο.
Έναν μήνα μετά τη μετακόμιση, η συνήθεια έγινε λατρεία. Από το ένα κουτάκι, πέρασε στα δύο πρωινά. Κι έτσι πήγε στη δουλειά της μεθυσμένη.
Παρένθεση. Η Κατερίνα έχει ένα μοναδικό προσόν: Μπορεί να εργάζεται ακόμη κι όταν είναι τύφλα στο μεθύσι. Εκεί που άλλοι άνθρωποι θα κατέρρεαν, εκείνη συνεχίζει, χωρίς πρόβλημα. Μόνον που δεν συνιστώ σε κανέναν να της πει: "Εδώ αυτό, θα μπορούσες να το κάνεις και διαφορετικά". Θα είναι λες και της είπες: "Εδώ αυτό -σου γαμ* τη μάνα και το σόι σου- είναι μια μαλ**ία και μισή. Άλλαξέ το, μη σου γαμ**ω ότι έχεις και δεν έχεις". Η αντίδρασή της είναι ανάλογη. Ακόμη και στο παραμικρό, ορμά πάνω σου και σε κατακεραυνώνει, με απίστευτα επιχειρήματα, για ανύπαρκτα θέματα. Κλείνει η παρένθεση.
Μια κρίση όπως αυτή στην παρένθεση, ήρθε την περασμένη βδομάδα. Ήταν η αιτία να αντιληφθώ τι γινόταν. Ακολούθησαν διαδοχικά μεθύσια (βραδινά) που κατέληγαν μονίμως σε καβγά, αφού -πλέον- δεν καταφέρνω να κρατήσω τα νεύρα μου κι αντιδρώ άσχημα, στο στιλ "δε μας παρατάς να ησυχάσουμε"!
Νέα παρακάλια και νέες υποσχέσεις. Προχθές, άκουσα την καλύτερη στα πέντε χρόνια ζοριού: "Αν ξαναγίνει κάτι τέτοιο, να μη μου ξαναμιλήσεις"! Το δέχτηκα. Κι από σήμερα το βράδυ, δε μιλάμε.
Δηλαδή, δεν της μιλάω. Γιατί εκείνη, όχι απλώς μου μιλάει, αλλά με βρίζει.
ι κάνεις εκεί";
"Έχω δουλειά"!
"Και τι έκανες δυο μέρες που είχες ρεπό; Έξυνες τ΄ αρ**δια σου";
Αλλά κάντε υπομονή, να διαβάσετε πώς φθάσαμε σ αυτό το ευτυχές βράδυ: Γύρω στις 2 το μεσημέρι τηλεφώνησε σε εργαστήριο κατασκευής στρωμάτων, για να παραγγείλει ένα στρώμα. Της είπαν ότι είναι ανοιχτά ως τις 8.30 το βράδυ.
Στις 9.27 μ.μ. μου στέλνει, μέσω Yahoo msnger το εξής μήνυμα:
"Πάω να παραγγείλω το στρώμα".
Ήμουν σίγουρος ότι θα είχαμε κακά ξεμπερδέματα.
Στις 00.18 δέχτηκα τηλεφωνική κλήση. Εκείνη την ώρα μάζευα πράγματα, επειδή είχα σχολάσει.
"Τι κάνεις;"
"Καλά. Εσύ;"
"..."
"Συμβαίνει τίποτα Κατερίνα";
"..."
α μου πεις, ή να κλείσω";
"Έχω πάθει σοκ"...
"Γιατί";
"Ένας άνθρωπος με το δικό μου πρόβλημα έπεσε σε κώμα, μέσα στα χέρια μου. Περίμενα το ασθενοφόρο".
άλιστα. Πού είσαι τώρα";
"Δε με πιστεύεις";
"Δεν ξέρω αν πρέπει να σε πιστέψω ή όχι. Πού είσαι; Να έρθω να σε πάρω";
"Να πα να γαμ**είς που δε με πιστεύεις"!
Κλείσιμο τηλεφώνου.
Λίγο αργότερα, νέα κλήση:
"Τι κάνεις";
γώ καλά. Εσύ";
"..."
"Ναι";...
"..."
"Κοίτα, αν είναι να μη μιλάς, ας κλείσουμε".
ίσαι ένα γαϊδούρι! Σου λέω ότι έπαθα σοκ και ΄συ δε με πιστεύεις"!
εν είπα ότι δε σε πιστεύω. ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΕ ΠΙΣΤΕΨΩ Η ΟΧΙ! ΜΗΝ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΜΟΥ"!
ντε ρε φασίστα"!
Κλείσιμο τηλεφώνου.
Λίγο αργότερα, νέα κλήση:
"Δε μου λες..."
"Κατερίνα, σε παρακαλώ πολύ. Ξύπνησα στις 8, είχα ζόρικη μέρα, θα έχω άλλη μία ζόρικη μέρα αύριο. Φθάνει. Λυπήσου με! Μην μου κάνεις δύσκολη τη ζωή. Τι κακό σου έχω κάνει και με τυραννάς έτσι";
"Είσαι ένας μαλ**ας και μισός"!
Κλείσιμο τηλεφώνου.
Λίγο αργότερα, νέα κλήση. Δεν απαντώ. Λίγο αργότερα ξανακαλεί. Δεν απαντώ. Βρίσκομαι, πλέον, στο σπίτι. Χτυπάει το σταθερό. Ξέρω ότι είναι εκείνη, αλλά δεν μπορώ να μην το σηκώσω. Έχω και γονείς σε μεγάλη ηλικία, ποτέ δεν ξέρεις:
"Τώρα με έχεις κλειδώσει έξω από το σπίτι";
"Κατερίνα, σε παρακαλώ! Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Να μην έρθεις σπίτι. Να έρθεις σπίτι. Να πέσεις να κοιμηθείς εκεί που είσαι. Να πας σε κάποιον άλλον. Να πας στη θεία σου. Αλλά σταμάτα να με τυραννάς! Σε παρακαλώ, δηλαδή"!
Ήρθε λίγο αργότερα. Αυτήν την ώρα, βογγάει -άγνωστο γιατί- ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Τη μία λέει ότι πονάει η κοιλιά της. Την άλλη με ανεβοκατεβάζει μαλ**α. Σε αυτό το τελευταίο έχει δίκιο. Είμαι αποφασισμένος να μην της ξαναμιλήσω. Ε, και; Αφού αύριο το βράδυ, τύφλα στο μεθύσι, θα βρίσκεται έξω από τη δουλειά μου, καθισμένη στο πεζοδρόμιο, να κλαίει και να φωνάζει το όνομά μου...

ΥΓ. Πριν κάποιοι πουν γιατί τα γράφω όλα αυτά κι αν ζητάω οίκτο κι άλλες τέτοιες μαλ**ίες: Γράφω μόνον και μόνο για να ξεσπάσω. Κάτι σαν ψυχοθεραπεία, σαν ψυχόδραμα. Δεν περιμένω λύση από τα γραπτά, ή από τις συμβουλές. Περιμένω, όμως, από άλλους που ζουν το ίδιο ζόρι, να δείξουν περισσότερη τόλμη. Και να ξεκολλήσουν. Τελεία.

Πρώτη ανανέωση 01.48
Τελευταία ανανέωση 02.15

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

Εξ…ομολογία

Ξέρεις τι θα πει να μην θέλεις να ξυπνήσεις; Ξέρεις τι θα πει να ανοίγεις τα μάτια σου και να προσπαθείς να τα ξανακλείσεις με ένα φτιαχτό όνειρο; Ξέρεις τι θα πει να ξυπνάς με ντροπή και με άγχος; Ξέρεις τι θα πει να ονειρεύεσαι πότε θα πεθάνεις;
Αυτό είναι το πρωινό ξύπνημα του συζύγου του αλκοόλ ή κάθε άλλης εξάρτησης.
Την ώρα του καφέ έρχονται και οι άλλες ενοχές… Σκοτώνει, αλήθεια, όσους λίγους τού απέμειναν να τον αγαπούν.
Το μεσημέρι βιώνει καθημερινά την απόρριψη των πρώην φίλων, των συγγενών, των πρώην γνωστών, πλην εκείνων που μένουν κοντά, για την πλάκα.
Και μετά θέλει να ξεχάσει και αγκαλιάζει τον υγρό σύζυγο που τον περιμένει στη γωνιά για να τον ρουφήξει, να τον θάψει. Κάποιες φορές βοηθά, του δίνει κίνητρο να ζήσει η δουλειά. Άλλες του δίνει μια σπρωξιά στον γκρεμό του.
Παρέες δεν υπάρχουν, τον αποφεύγουν. Αυτούς που τον νοιάζονται, τους λίγους, τους αποφεύγει, τους φοβάται, δεν θέλει άλλο να τους πληγώσει.
Το βράδυ δεν είναι ποτέ γλυκό, δεν έρχεται να τον ξεκουράσει, αυτός ζητά να πνίξει στο σκοτάδι όσα έκανε στο φως της μέρας ή μάλλον των χρόνων που έφυγαν.

Κατερίνα
και για την αντιγραφή, Διαστήματας

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

Τελευταίο κείμενο

Δέχτηκα το εξής σχόλιο:


"Τελικά βλέποντας τα σχόλια τ άλλα κατάλαβα πως δεν κάνω λάθος...
Θα μιλήσω λίγο σκληρά και ίσως σου γίνω αντιπαθητική αλλά δεν με νοιάζει
δικαιολογίες θα βρίσκεις πολλές όπως πχ "Ή θα πω "τέλος, φεύγω από τη σχέση" ή "ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή" -κι η Βίσση έχει αποτύχει και στη Γιουροβίζιον"
Δεν θα βοηθηθείς από κανενός απάντηση γιατί υποψιάζομαι πως σου αρέσει να τραβάς των άλλων την προσοχή εκθέτοντας εδώ και καιρό ένα άρωστο άτομο -όσο και να μην το δέχεσαι ο αλκοολισμός είναι αρώστεια- παρουσιάζεις τον εαυτό σου σαν οσιομάρτυρα "Δειτε με τί κάνω πόσο το παλεύω" θέλεις να προκαλείς τον οίκτο των άλλων
Είστε και οι δύο άρωστοι το σκέφτηκες αυτό;; Όχι φυσικά...
Κι όμως είστε και οι δυό κι εσύ που δεν πίνεις.
Σκέψου το καλύτερα και 8α δεις πως έχω δίκιο.
Και ποτέ πουθενά γιατροί και ειδικοί δεν αντιμετωπίζουν δυό ασθενείς με τον ίδιο τρόπο
Όσο αντιπαθητική κι αν σου γινα πιστεύω την "εκμεταλεύεσε" την ασθένεια του αλκοολισμού κι αυτό είναι ότι χειρότερο μπορείς να κάνεις.
Ξεκίνα με το βιβλίο που σου είπα και πάψε πια να "εκθέτεις" έστω και ανώνυμα άρρωστα άτομα
Και πίστεψέ με εσύ ειδικά ότι και να κάνεις ΔΕΝ θα μπορέσεις να τη βοηθήσεις.
Αν μπορούσες θα είχε φανεί..
Άρα;;;;"

Η γράφουσα δεν μου έγινε αντιπαθητική. Απλά, κατάλαβα -έστω και αργά- ότι ο σκοπός του ποστ δεν έχει γίνει κατανοητός στους περισσότερους. Ίσως κι ο σκοπός των Blogs να μην έχει γίνει κατανοητός σε άλλους.
ΔΕΝ αποζήτησα αναγνώστες. Αν ήταν έτσι, θα έγραφα βιβλίο.
Θα μου πεις, ας κρατούσες ένα ημερολόγιο στο σπίτι σου. Σωστό κι αυτό.
Κι επειδή ίσως είναι σωστό, επειδή, ίσως, τελικά, τα blogs να μην είναι διαδικτυακά ημερολόγια αλλά ένας τρόπος διαφήμισης της μιζέριας του καθενός, βάζω εδώ ένα στοπ.
Το κλείνω το μαγαζί, τελεία και παύλα.
Για το θέμα αυτό θα μιλάω, όποτε έχω όρεξη, ή πόνο, με κάποιους κοντινούς ανθρώπους. Όσο για τους φίλους που έκανα μέσα από το Blog, θα τα λέμε με email, στο γνωστό:
diastimata@yahoo.gr

Σφίγγω το χέρι σας, που δεν βρίσκω πουθενά.

Καλή συνέχεια.

Δημήτρης

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Τρία κουτάκια μπίρα

Μια τσάντα. Φερμουάρ. Ανοίγω. Ένα άδειο και δυο γεμάτα κουτάκια μπίρα. Δεν είχαν περάσει ούτε 12 ώρες από την υπόσχεσή της.
Είναι αδύναμη. Αδύναμη να δώσει μια και να διαλύσει τον εφιάλτη της. Βουλιάζει, κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, στο ζουμί της. Πάντα θα βρίσκει μια αιτία για να πιεί. Είτε για να πανηγυρίσει, είτε για να γλιτώσει από το άγχος, είτε επειδή είναι στεναχωρημένη.
Εδώ και πέντε χρόνια μου λέει μπούρδες. Τη μία μπούρδα μετά την άλλη. Έχει πιεί χιλιάδες ευρώ σε μπίρα. Της έχουν κλέψει το μηχανάκι της και δεν βρήκε το κουράγιο να το αντικαταστήσει. Φοβισμένη ακόμη και σ αυτό: Στη μετακίνησή της. Ξέρει καλά ότι θα καταλήξει φυλακή, ή στο νεκροταφείο. Για το νεκροταφείο, όμως, δε δίνει δεκάρα. Τη φυλακή την τρέμει. Κι έτσι, από το να το κόψει, προτίμησε να μην ξαναγοράσει μηχανάκι. Να τριγυρνάει με ταξί και λεωφορεία, σκλάβος των αστικών συγκοινωνιών. Σκλάβος του πάθους της. Σκλάβος ενός ζουμιού από κριθάρι.
Κάποιοι την έχουν πάρει χαμπάρι. "Συνάδελφοι" βάζουν χέρι στο πορτοφόλι της, μέσα στο χώρο εργασίας της, όταν τη βρουν πιωμένη -κάθε βράδυ, δηλαδή. Ωραίοι άνθρωποι! Μη σας χάσουμε από πελάτες, ρεμάλια!
Τρία κουτάκια μπίρα. Τα βρήκα στην τσάντα της, πριν από λίγο. Κοιμάται στον καναπέ, όοπως κάθε βράδυ. Η ζωή μας, ως ζευγάρι, αρχίζει το πρωί, μετά τις συγνώμες και τελειώνει την ώρα που φεύγω για την πρωινή δουλειά, δυο ώρες αργότερα. Το 24ωρό μας έχει δύο, όλες κι όλες, ώρες. Το 24ωρό της έχει πέντε ώρες γερού ποτού. Δέκα ώρες αλκοολικού κώματος. Κι άλλες επτά ώρες κρυφτούλι. Κρυφτούλι με τον εαυτό της. Γιατί, αν πιστεύει ότι με ξεγελάει όταν παίζει την στεγνή, πλανάται πλάνην οικτράν.
Αύριο έρχονται οι γονείς της, από την επαρχιακή πόλη στην οποία ζουν. Κάποιοι θα μου πουν "ευκαιρία είναι, μίλησέ τους και δώσε ένα τέλος".
Ο πατέρας της θα κάνει βιοψία. Τελεία.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Γενναιοδωρία

Περασμένα μεσάνυχτα. Τον είδαμε στα φανάρια του Νοσοκομείου Β ΙΚΑ, στο Φοίνικα. Γνώριμη φιγούρα. Γερασμένος, ή από τα βάσανα ή από το ποτό, παρακαλούσε τους οδηγούς να τον πάνε στο νοσοκομείο. Το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με γάζες.
Είναι η μανία του. Με το που πίνει, για έναν άγνωστο λόγο, πηγαίνει στο διανυκτερεύον και ζητά να του μπαντάρουν τα τραύματα. Οι γιατροί, μη μπορώντας να κάνουν αλλοιώς, βάζουν συνήθως μια νοσοκόμα να τον τυλίξει με κάποιον επίδεσμο. Κι έπειτα καλούν ασθενοφόρο, για να μεταφερθεί στην ψυχιατρική κλινική που εφημερεύει. Καθώς το προσωπικό δεν επαρκεί, εκείνος ξεφεύγει και βγαινει στο δρόμο, για να επιστρέψει μετά από λίγο, έως ότου έρθει το ασθενοφόρο του.
Τον είδε στα φανάρια. Έλυσε τη ζώνη της, να πάει να τον βοηθήσει. Τη σταμάτησα. Πήγα να της εξηγήσω, ότι ο παπούς δεν έχει τίποτα, παρά μια θολούρα στο μυαλό κι εκείνη δε θα μπορούσε να του κάνει το παραμικρό.
Γύρισε, με κοίταξε με βλέμμα άγριο, θυμωμένο: "Θα ΄θελα να ΄ξερα... Αγάπησες ποτέ κανέναν εκτός από τον εαυτό σου; Ήσουν ποτέ γενναιόδωρος; Είτε εσύ, είτε κανείς από την οικογένειά σου";
Δε μίλησα. Τι να πω άλλωστε; Φθάσαμε σπίτι και ήθελα να ποστάρω κάτι γι αυτό. Να ψυχαναλυθώ. Κάθισα μπροστά στο κομπιούτερ. Ήρθε δίπλα μου.
"Εδώ θα καθίσεις";
Πήγα ν ανοίξω το στόμα μου. Δεν πρόλαβα.
"Κάνε ό,τι θες. Εξάλλου, εσύ μόνον το κομπιούτερ σου αγαπάς"!
Πήρε μια μπίρα και χώθηκε στην τουαλέτα, με ένα τσιγάρο. Άφησε το νερό στη μπανιέρα να τρέχει. Ανησύχησα. Με τη δικαιολογία ότι κάτι ήθελα να πάρω, την ανάγκασα και βγήκε έξω. Πήγε και κοιμήθηκε στο άλλο δωμάτιο.
Το πρωί, την ώρα που έγραφα αυτές τις γραμμές, ήρθε δίπλα μου.
"Συγνώμη. Ήπια πάλι. Το ξέρω, δεν έχω δικαιολογία. Είχαν περάσει, όμως, τόσες μέρες... Είχα ένα πρόβλημα στη δουλειά και μ΄ έριξε..."
"Ρε Κατερίνα, μήπως στο μεθύσι σου λες αλήθειες; Μήπως έχουμε άλλο πρόβλημα, μεταξύ μας, στη σχέση μας";
"Το πρόβλημα το έχω εγώ. Ήμουν σίγουρη ότι, τόσες μέρες που κατάφερα να το ελέγξω, είχα καταφέρει να απαλλαγώ. Έκανα λάθος".
Το κακό ρε γαμώ το, είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά...