Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006
Λες;
Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006
Αγρανάπαυση

Μόνον όταν ήρθαν επισκέπτες, κρύφθηκε, για λίγο, στην τουαλέττα. Για ένα κουτάκι μπίρα στα γρήγορα.
Τρέμω τη μέρα που θα φύγουν όλοι και θα μείνουμε οι δυο μας. Την Κυριακή. Γιορτή και σχόλη, για άλλους.
Κράτααααα!!!!!!!!!
Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006
Να ΄μαστε πάλι εδώ Ανδρέα

Το κακό άρχισε την Παρασκευή. Βρεθήκαμε, για κακή μας τύχη, στο ρεμπετάδικο όπου τραγουδάει ένας γνωστός. Ήρθε το γκαρσόνι.
-Τι θα πάρετε;
-Ένα κούμπα λίμπρε!
Κόκκαλο εγώ.
-Μα...
Αυτό μόνον τόλμησα να πω.
-Είναι Παρασκευή. Έχω φάει τόσο ζόρι όλη τη βδομάδα. Πηγαίνω καλά, δεν πηγαίνω καλά; Μην με πιέζεις, λοιπόν...
Εκεί κάνεις το λάθος. Λες «δε θα την πιέσω» κι ελπίζεις όλα να τελειώσουν καλά.
Τελείωσαν καλά, αλλά με πολλή γκρίνια. Με το που ζήτησε να παραγγείλλει δεύτερο ποτό, κατέβασα κάτι μούτρα ως το πάτωμα. Το σκούπισα το ξύλινο παρκέ. Ούτε σκόνη δεν άφησα, ούτε τίποτα. Αλλά εκείνει εκεί!
-Δε θα το πιω όλο. Αφού ξέρεις τι επίμονος άνθρωπος είμαι...
Ξέρω. Και δεν επέμεινα. Και δεν το ήπιε όλο. Κι είπα «δόξα τω Θεώ»!
Στην επιστροφή, στο αυτοκίνητο, ήταν έτοιμη να τσακωθεί για κάθε αιτία: επειδή έβρεχε, επειδή δεν έβρεχε, επειδή φυσούσε, επειδή δεν φυσούσε, επειδή δεν φυσούσε όσο θα ήθελε, επειδή το κάθισμά της ήταν μπροστά, επειδή το κάθισμά της ήταν πίσω, επειδή το κάθισμά της ήταν στη μέση, επειδή ο δρόμος δεν είχε φώτα, επειδή ο δρόμος είχε δυνατά φώτα... Τελικά φθάσαμε σπίτι, ξεραθήκαμε και, χάρη στην υπομονή μου, ΔΕΝ καβγαδίσαμε.
Το Σάββατο πέρασε χωρίς προβλήματα. Λίγο το βράδυ μου φάνηκε ότι ήταν -πάλι- έτοιμη για καβγά, αλλά επειδή είχε ξεπατωθεί στις δουλειές του σπιτιού, μπορεί να ήταν και η ιδέα μου.
Την Κυριακή όμως; Ο εφιάλτης ξαναγεννήθηκε.
Ως το απόγευμα, που πήγαμε στη δουλειά, όλα πήγαιναν καλά. Από το απόγευμα και μετά ζήσαμε την ίδια περιπέτεια. Γύρω στις 10 το βράδυ, την πείραζαν όλα και όλοι. Στις 11 ήταν έτομη να σπάσει κανένα κεφάλι. Στις 12, απελπισμένη με την τύχη της. Στη 1, με το που γυρίσαμε στο σπίτι, είπε να μου σπάσει τα νεύρα.
-Τι ώρα τελειώσατε απόψε;
-Στις 11.30 είμασταν τελειωμένοι...
-Μπα; Εμένα περίμενες ως τώρα;
Τι να έκανα, δηλαδή; Να μην την περίμενα; Αφού δεν είχε τελειώσει. Αδιαφόρησα στο να δώσω απάντηση -σίγουρος πως ό,τι και να έλεγα θα κατέληγε σε καβγά. Αλλά τον καβγά δεν τον γλίτωσα...
-Πάμε να κοιμηθούμε;
-Έχω δουλειά με το Ίντερνετ.
-Πάλι:
-Τι πάλι... Αφού τώρα επιστρέψαμε, τώρα θα δουλέψω στο δίκτυο.
-Τώρα το θυμήθηκες;
Οποιαδήποτε απάντηση σ΄ αυτήν την ερώτηση, θα κατέληγε σε καβγά. Έκανα ότι δεν την άκουσα. Πώς, όμως, να μην ακούσω όταν με καλούσε από την κρεβατοκάμαρα;
Με σήκωσε για να της πάω νερό. Για να της πάω ένα μήλο. Για να πάρω το κουκούτσι. Για να της πάω χαρτοπετσέτα να σκουπιστεί. Για να ανοίξω την τηλεόραση της κρεβατοκάμαρας. Για να της δώσω το τηλεκοντρόλ. Για να διορθώσω τα χρώματα της τηλεόρασης. Για να της στρώσω την κουβέρτα. Γύρω στις 3 κοιμήθηκε και κατάφερα κι εγώ να κάνω τη δουλειά μου και να ανεβάσω κι αυτό το ποστ.
Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006
Αρχή ημερολογίου αλκοόλης

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2006
Η μέρα άρχισε καλά. Το μεσημέρι είχα την υποψία ότι η Κατερίνα είχε πιει ένα μπουκάλι μπίρα. Έκανα πέτρα την καρδιά μου, είπα "μη μιλάς" και φύγαμε για τη δουλειά. Όλα πήγαιναν καλά, έως ότου σχόλασε. Με πήρε τηλέφωνο να μου πει ότι θα πήγαινε σε προεκλογική συγκέντρωση σε μπαράκι, υποψηφίου άλλου κόμματος από αυτό που ψηφίζει. Επειδή είναι συνάδελφος...
-Έλα κι εσύ...
-Είμαι ψόφιος. Κουρασμένος. Θα πάω στο σπίτι.
-Θα μείνω λίγο. Ας φύγουμε μαζί.
-Καλά...
Περίμενα ως μαλάκας, αλλά ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Μισή ώρα μετά την ώρα που σχόλασα, άρχισα να την καλώ στο κινητό της. Πήρα επτά φορές. Δεν το σήκωσε. Αποφάσισα να πάω σπίτι.
Είχα φθάσει σπίτι και καθόμουν, πλέον, μπροστά στην τηλεόραση, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
-Έλα. Είναι όλη η εταιρία εδώ. Θα ΄ρθεις;
-Τρελή είσαι; Είμαι ήδη στο σπίτι.
Το ΄κλεισε. Το στόμα μου κολλούσε. Δείγμα ότι το σάκχαρό μου ήταν, ήδη, σε δυσθεώρητα ύψη. Λίγο πριν το κώμα. Αποφάσισα να ηρεμήσω και να κοιμηθώ.
Μόλις με είχε πάρει ο ύπνος, όταν χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Έκανα ότι δεν άκουσα και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Ξαναχτύπησε. Ξαναέκανα ότι δεν άκουσα. Πέρασε μισή ώρα και δεν ανέβηκε. Βγήκα στο μπαλκόνι. Την είδα στην είσοδο της πολυκατοικίας, να ψάχνει τα κλειδιά της. Ξαναπήγα για ύπνο. Χρειάστηκε άλλο ένα τέταρτο για να βρει την κλειδαριά.
Κι επάνω που έλεγα, επιτέλους θα κοιμηθώ, άνοιξε με θόρυβο την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήθρε ολόγυμνη και ξάπλωσε δίπλα μου. Σηκώθηκα τσατισμένος. Πήγα στο σαλόνι. Έκανα ένα τσιγάρο και ξαναγύρισα. Αλλά πώς να κοιμηθώ; Σε αλκοολικό κώμα βρισκόμενη, είχε ξαπλώσει διαγώνια στο κρεβάτι. Κοιμήθηκα με τις γάτες, στο μικρό δωμάτιο.
Παρασκευή , 13 Οκτωβρίου 2006
Ξύπνησα το πρωί αποφασισμένος να βάλω τέρμα. Δεν πρόλαβα να κάνω ούτε καφέ, όταν χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Ήταν η καθαρίστρια. Έβλεπα την περίπτωση να μιλήσουμε έξω από τα δόντια να ξεμακραίνει. Όταν, μισή ώρα μετά, ήρθαν οικογενειακοί φίλοι με το παιδί, για φαγητό, σιγουρεύτηκα.
Τελικά της μίλησα, για μερικά λεπτά, μουρμουρίζοντας, σε άλλο δωμάτιο. Έσκυψε το κεφάλι. Παρακάλεσε για βοήθεια.
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω πια. Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια χωρίς να βλέπω φως.
-Τουλάχιστον αγκάλιασέ με.
-Ούτε αυτό μπορώ να το κάνω, τώρα τουλάχιστον. Άσε με λίγο...
Έφυγα για τη δουλειά. Όταν επέστρεψα, τους βρήκα στο τραπέζι. Φάγαμε και φύγαμε μαζί για τη δουλειά.
Στη διαδρομή στο αυτοκίνητο, της έριξα ένα χεσίδι χωρίς προηγούμενο.
-Θα με πεθάνεις. Το αριστερό μου χέρι είναι μουδιασμένο εδώ και δυο μέρες. Όταν βρίσκεσαι με τον πατέρα σου, είσαι κυρία, επειδή δεν θες να τον στεναχωρήσεις -και καλά κάνεις. Εμένα μ΄έχεις γραμμένο στ' αρχίδια σου.
Δε μιλούσε. Άκουγε με σκυμμένο κεφάλι. Πίστεψα ότι έπιασαν τόπο τα λόγια. ΧΑ! Πόσο μαλάκας είμαι...
Το βράδυ ήρθε από τη δουλειά, λίγο πριν σχολάσω. Βηματάκια μικρά, αβέβαια, σχεδόν σα να έτρεχε. Χέρια με τρέμουλο. Αδυναμία να πει λέξεις όπως... Αρθούρος. Με το που γυρίσαμε στο σπίτι έπεσε για ύπνο. Θα έπρεπε να περιμένω άλλη μία μέρα...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006
Από τη ρήξη στη συμβίωση

Όπως καταλαβαίνετε, δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Κάθισα, λοιπόν και τα ΄βαλα κάτω. Τι έχουμε από τη μία; Την Αθανασία, το παιδί, την Μπέμπα, τον άνδρα της Μπέμπας, την αδελφή της Μπέμπας, μια ζωή χωρίς τους παλιούς φίλους, χωρίς τις μικρές χαρές της. Από την άλλη ήταν ο έρωτας… Και μια ζωή ελεύθερη. Ακόμη και χωρίς έρωτα. Μπορούσα χωρίς αυτόν; Μπορούσα. Και το πήρα απόφαση.
Το είπα στην Αθανασία. Ακολούθησαν δράματα, παρακάλια, απειλές. Κάθε μέρα έβλεπα ότι δεν υπήρχε η προοπτική της κοινής ζωής. Έτσι το αποφάσισα, τα μάζεψα και βγήκα στο δρόμο.
Η τύχη με βοήθησε αρκετά. Βρήκα σπίτι σε απόσταση αναπνοής από την Κατερίνα. Δηλαδή, τι αναπνοής; Εκείνη στον πρώτο, εγώ στον τέταρτο. Κι άρχισε η κοινή μας ζωή, αλλά και το επόμενο ζόρι μου. Αυτό που με τρώει ως σήμερα.
Μετά ήρθε η ατυχία. Η επιχείρηση στην οποία εργαζόμασταν όλοι μαζί, μου είπε ότι δεν ήθελε άλλο τις υπηρεσίες μου. Ανασκουμπώθηκα και βγήκα στη… βιοπάλη.
Κατάλαβα ότι κάτι έτρεχε με την Κατερίνα, από την πρώτη στιγμή. Κάθε τόσο ερχόταν στη δουλειά ιδιαίτερα εύθυμη. Κι όταν κοιμόταν, ακόμη και κανόνια δεν την ξυπνούσαν. Αλλά η συμβίωση επιβεβαίωσε τους φόβους μου.
Ήταν βράδυ. Είχα αρχίσει να νυστάζω. Η Κατερίνα λαγοκοιμόταν στον καναπέ. Αποφάσισα να κοιμηθώ και να παρατήσω την ταινία που έβλεπα στην τηλεόραση.
Μέσα στον ύπνο μου, άκουγα θορύβους, πατήματα, κλειδιά στην πόρτα κι άλλα τέτοια. Άνοιξα τα μάτια μου. Η Κατερίνα ήταν πάνω από το κεφάλι μου, ντυμένη στην πένα! Έψαχνε τα γυαλιά της…
-Τι συμβαίνει;
-Θα πάω μια βόλτα.
Κοίταξα το ρολόι. Ήταν 3.30 τα ξημερώματα.
-Τέτοια ώρα; Πού θα πας; Στο εφημερεύον νοσοκομείο να πουλήσεις λουλούδια;
-Κάπου εδώ κοντά…
Τι να έκανα; Εποίησα την ανάγκη φιλοτιμία και ξανακοιμήθηκα.
Ξύπνησα στις 8.30. Την έψαξα και στο σπίτι της και στο δικό μου. Πουθενά. Εμφανίστηκε το μεσημέρι αγουροξυπνημένη.
-Μη μου πεις ότι ήσουν βόλτα…
-Σε παρακαλώ, μη μου μιλάς. Μου συνέβησαν απίστευτα πράγματα.
-Σώπα! Για πες μερικά, να ανατριχιάσω κι εγώ…
-Μην κοροϊδεύεις. Με συνέλαβαν!
-Άντε! Σε πήγαν στο τμήμα, δηλαδή;
-Ναι! Οδηγούσα το παπί κι ένας μπάτσος που ήθελε να κάνει καμάκι με σταμάτησε, μου ζήτησε το δίπλωμά μου κι εγώ τον έβρισα.
-Καλά του έκανες! Άκου εκεί να ζητάνε διπλώματα και οι αστυνομικοί! Κανονικά τα διπλώματα τα δείχνουμε στους παπάδες, στην εκκλησία, πριν πάρουμε αντίδωρο…
-Κάνε πλάκα εσύ… Εγώ ξέρω πώς πέρασα τόσες ώρες στο τμήμα κι έπειτα στο Αυτόφωρο!
-Α, παραπεμφήκαμε; Παραπεμφθήκαμε;
-Για αστείο το έχεις; Καλά που πήρα αναβολή.
-Μην ανησυχείς. Θα βρούμε έναν καλό δικηγόρο, θα επικαλεστούμε τον πρότερο έντιμο βίο σου –καλά άστο αυτό, θα επικαλεστούμε ότι έχεις το ακαταλόγιστο- και θα αθωωθείς.
-Τι θες να πεις; Σου λέω ταλαιπωρήθηκα αφάνταστα.
Έκανα ότι δεν κατάλαβα και σταμάτησα την κουβέντα. Τι να έλεγα, άλλωστε; Έφυγα για τη δουλειά κι επέστρεψα το μεσημέρι. Η Κατερίνα μαγείρευε και πάνω στον πάγκο της κουζίνας υπήρχαν δυο άδεια μπουκάλια μπίρας.
-Τι έχουμε;
-Τίποτα.
-Μάλιστα… Τι μαγειρεύεις;
-Κινέζικα. Ή, μάλλον, ινδικά, γιατί τα έκανα πιο καυτερά.
Έχω αιμορροΐδες. Αυτό σημαίνει ότι η καυτερή σος μου προκαλεί πρόβλημα. Πιάνω φωτιά, ρε παιδάκι μου. Κι έχω και πρόβλημα με το στομάχι. Με τα εξωτικά φαγητά γίνομαι τούρμπο. Ιδροκοπάω συνέχεια σα να βρίσκομαι σε σάουνα. Αισθάνομαι στηθάγχη. Φουντώνω. Με τσούζει και ο κώλος μου μετά… Μια αηδία. Αλλά τα κινέζικα τα έφαγα.
-Γιατί ιδρώνεις;
-Ζεστάθηκα…
-Γιατί;
Αγρίεψε. Λες και είχα βρίσει τη μάνα της. Δεν είπα τίποτα. Έστρεψα το βλέμμα στην τηλεόραση. Έδειχνε τον Γκάντι.
-Πούστηδες Άγγλοι!
-Ορίστε;
Είχε σηκωθεί όρθια. Τα μάτια της είχαν πεταχτεί από τις κόγχες. Χειρονομούσε κι έβριζε, σα Μαλτέζος βαρκάρης.
-Μα τι έπαθες…
Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου.
-Είσαι καλά; Είσαι άνθρωπος εσύ; Ξέρεις τι έκαναν οι Άγγλοι στην Ινδία;
-Ξέρω ρε παιδάκι μου, δε λέω. Ιμπεριαλιστές, σκότωσαν ένα σωρό κόσμο, βασάνισαν, άρμεγαν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, αλλά λίγο αργά δεν τα θυμήθηκες όλα αυτά;
-Φασίστα!
-Ε, δεν είμαστε καλά… Δεν είπα ρε παιδί μου ότι έχουν δίκιο. Άδικο είπα ότι έχουν…
-Θέλω να χωρίσουμε!
-Ορίστε; Γιατί; Επειδή οι Άγγλοι ρήμαξαν την Ινδία θα χωρίσουμε εμείς;
-Δεν μπορώ να ζω με έναν άνθρωπο που έχει φασιστική νοοτροπία.
Κατάλαβα ότι η κουβέντα δε θα κατέληγε πουθενά. Κατάλαβα ότι η έκρηξη ήταν αποτέλεσμα των δυο μπουκαλιών της μπίρας. Αποφάσισα να το αφήσω να περάσει, να φέρει ο Θεός τη νύχτα του, να κοιμηθούμε, να ξυπνήσουμε το πρωί και να κάνουμε μια καλή κουβέντα με τον καφέ και το πρωινό.
Έλα, όμως, που τα πράγματα δεν εκτυλίχθηκαν ήρεμα… Μια ώρα μετά, ήταν στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς. Αγόρασε έξι μπίρες, δυο πακέτα τσιγάρα, τσιπς και σοκολάτες κι επέστρεψε. Μέσα σε μια ώρα είχε πιεί τις μπίρες, είχε φάει τα τσιπς και τις σοκολάτες και είχε καπνίσει το μισό πακέτο τσιγάρα. Τα άλλα δεν πρόλαβε, αλλά με το ρυθμό που είχε πάρει, θα τα τελείωνε σύντομα.
Θα τα τελείωνε, αν δεν κοιμόταν, ξαφνικά, στον καναπέ, σε στάση όρθια, όπως οι επιβάτες των τρένων. Έκλεισα την τηλεόραση και πήγα να κοιμηθώ, αποφασισμένος το πρωί να ξεκαθαρίσω τα πράγματα.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006
Ένας χρόνος τρέλας

Επειδή τελευταία σας έπρηξα και τραβούσα να κάνω την τρίχα τριχιά, είπα ν’ αλλάξω τακτική. Να περιγράψω μερικά πράγματα και καταστάσεις με λίγα λόγια.
Για όσους με ξέρουν, καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι, ουσιαστικά, αδύνατο. Είμαι από τους ανθρώπους που αν έχουν να πουν σε κάποιον «καλημέρα», θα χρησιμοποιήσω πάνω από 15 λέξεις (παράδειγμα: «Βρε, καλώς το φιλαράκι. Τι κάνουμε; Πώς είμαστε; Καλά; Καλά σε βλέπω. Λοιπόν, σήμερα έχει και γαμώ τις μέρες, ε; Δε συμφωνείς;»… Λέξεις 22.
Τέλος πάντων, θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος.
Η διπλή ζωή της Βερονίκ (η δική μου, δηλαδή) διήρκεσε λίγο πάνω από έναν χρόνο. Τόσο περίπου άντεξα να έχω και τη μία και την άλλη. Τόσο πάλεψα να αποφασίσω τι θα κάνω στη ζωή μου. Βέβαια, το ότι άφησα την Αθανασία για την Κατερίνα, δε σημαίνει ότι έβαλα στη ζυγαριά δύο ανθρώπους. Απλά, ενώ είχα αποφασίσει να ξεχάσω την περιπέτεια και να φωλιάσω στην οικογενειακή θαλπωρή, η Αθανασία φρόντιζε να μου θυμίζει το χαρακτήρα της καθημερινά. Μάλιστα, είχε και την «μπέμπα» από κοντά, να σιγοντάρει. Ό,τι χειρότερο. Το δίδυμο που σκοτώνει –τον έρωτα.
Σε αυτόν τον ένα χρόνο, έτρεχα σαν τον Βέγγο. Σκεφτείτε έναν άνθρωπο με οικογένεια, με ένα παιδί, με δουλειά που απαιτεί ώρες παρουσίας και αφοσίωσης, με συμμετοχή στα κοινά και με πολλούς φίλους. Όλους αυτούς έπρεπε να τους ικανοποιήσω. Κι όταν δυσκολεύεσαι να κρατήσεις δυο καρπούζια κάτω από μία μασχάλη, για δοκίμασε με δυο καρπούζια, δυο πεπόνια και δύο κιλά σταφύλια…
Ξυπνητήρι. Πρωί.
-Καλημέρα σας.
Καφές –γαλλικός ως επί το πλείστον- για δύο.
-Τι έχεις να κάνεις;
-Αυτά.
-Α, καλά. Αυτό θα το κάνουμε μαζί, το άλλο μόνη σου, φύγαμε.
Αυτοκίνητο. Πάμε για δουλειά. Μαζί. Ο ένας στον έναν όροφο, η άλλη στον άλλον. Μια ώρα αργότερα, έπρεπε να δώσω αλλού το παρόν.
-Πάω για τυρόπιτες.
-Στο καλό, φέρε μια μπουγάτσα.
Ξανά αυτοκίνητο. Ξανά στο δρόμο. Στο σπίτι της Κατερίνας.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα. Τι κάνεις;
-Καλά.
-Τι έχεις να κάνεις σήμερα;
-Αυτό κι αυτό.
-Ωραία, το αυτό μαζί, το αυτό μόνη σου.
-Καφέ;
-…
Πρώτη δυσκολία. Καφέ είχες ήδη πιεί. Όμως να μην πιεις κι έναν με τον άνθρωπο που έχεις ερωτευτεί; Να πιεις. Έτσι απέκτησα πίεση…
Μετά τον δεύτερο καφέ, πάλι αυτοκίνητο. Κατεβαίνουμε στη δουλειά. Μαζί. Εκείνη στη δική της, εγώ στη δική μου. Στην ίδια δουλειά, σε άλλους ορόφους. Τηλέφωνο στην Κατερίνα.
-Έφερα τη μπουγάτσα.
-Έρχομαι.
Ερχόταν. Έπαιρνε τη μπουγάτσα.
-Μα από πού πήγες να την φέρεις; Από την Κωνσταντινούπολη; Δυο ώρες έκανες.
-Είχε κίνηση.
Κάθε μέρα είχε κίνηση. Κάθε μέρα έπεφτα σε πορείες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες (καθιστικές και όρθιες), απεργίες (πείνας και δίψας). Όλης της γης οι κολασμένοι πάνω μου πέφτανε και μου κόβαν τη φόρα. Υποτίθεται. Αφού μετά από κάποια στιγμή δεν είχε μείνει σωματείο εργαζομένων που να μην το είχα βγάλει στο δρόμο να διαδηλώσει κατά της κυβερνητικής πολιτικής. Και η μέρα ήταν ακόμη στην αρχή.
Λίγο αργότερα, εσωτερικό τηλέφωνο.
-Τι κάνεις;
-Δουλεύω…
-Έλα να μιλήσουμε…
Και μιλούσαμε. Με τη μία για το παιδί. Με την άλλη για το σκυλί(η μία έβλεπε πετ σοπ κι άλλαζε πεζοδρόμιο, η άλλη περιμάζευε όποιο αδέσποτο έβλεπε). Με τη μία για τη δουλειά. Με την άλλη για το πώς παίρνουν μια αξιοπρεπή πίπα. Με τη μία για το σεξ του Σαββατόβραδου. Με την άλλη για τις επαγγελματικές της ανησυχίες. Ώσπου έβρισκα μια δικαιολογία, για να κάνω και μισό δράμι δουλειά, να μη βρεθώ απολυμένος.
-Έλα, ήρθε ο προϊστάμενος πωλήσεων. Να σε πάρω μετά;
-Τι θέλει μωρέ κι αυτός… Καλά. Πάρε όταν φύγει.
Με τα μούτρα στη δουλειά. Ως το επόμενο τηλέφωνο. Αν έπαιρνε πρώτα η Κατερίνα, έπαιρνε έπειτα η Αθανασία. Αν έπαιρνε πρώτη η Αθανασία, ακολουθούσε η Κατερίνα. Η δεύτερη τηλεφωνική συνδιάλεξη άρχιζε διαφορετικά:
-Το τηλέφωνό σου μιλούσε…
-Το ξέρω.
-Λοιπόν;
-Τι λοιπόν;
-Δε θα μου πεις με ποιον μιλούσες;
-Με τον Χ (όπου Χ κάποιος φίλος)
-Πάλι; Χθες πάλι με τον Χ μιλούσες. Τι λέτε πια; Για γκόμενες;
Απάντηση α(για την Αθανασία): «Τι μαλακίες είναι αυτές! Παντρεμένοι άνθρωποι θα μιλάμε για γκόμενες; Έχουμε σοβαρά πράγματα να ασχοληθούμε. Μιλούσαμε για το ποδόσφαιρο»!
-Μμμμφφφφ! Μας έπεισες!
Απάντηση β(για την Κατερίνα): «Μωράκι μου, είναι δυνατόν να μιλάω εγώ για γκόμενες; Εγώ έχω κλείσει ως άνδρας. Μετά από σένα, το χάος».
-Μμμμφφφφ! Μας έπεισες!
Και στις δυο περιπτώσεις, η τηλεφωνική συνδιάλεξη διακόπτονταν δήθεν νευριασμένα.
Κι έτσι φθάναμε στο μεσημέρι… Τηλέφωνο. Η Κατερίνα.
-Τι θα φάμε;
-Ό,τι θες…
-Πάμε στο Τίφανις;
-Πάλι Τίφανις;
Βασικά, το συγκεκριμένο μαγαζί ήταν μακριά. Ήθελα κάτι πιο κοντά.
-Ε τότε πάμε στου Θανάση, έναν δρόμο πιο πέρα. Έχει καταπληκτικό κοτόπουλο.
-Έγινε. Πήγαινε εσύ και, σε κανένα δεκάλεπτο έρχομαι.
Πήγαινε. Στο δεκάλεπτο επάνω έπαιρνε τηλέφωνο η Αθανασία.
-Θα ρθεις σπίτι για φαγητό;
-Μπα… Πού να προλάβω. Θες να σε πάω;
-Θα πάρω λεωφορείο. Και τι θα φας μωρέ;
-Κανένα βρομοσάντουιτς.
-Όλο τέτοιες μαλακίες τρως κι έχεις γίνει χοντρός. Καλά. Το βράδυ θα έχω μακαρόνια, που σ΄αρέσουν.
Αμ δεν είχα γίνει χοντρός από τα βρόμικα. Από τα διπλά φαγητά βουβάλιασα. Γιατί έτρωγα με την Κατερίνα, έτρωγα και το βράδυ. Διπλή μερίδα, που είχα μείνει μία μέρα ολάκερη νηστικός.
Η ώρα του φαγητού ήταν άλλο μαρτύριο. Σε κανα μισάωρο χτυπούσε το κινητό. Εγώ με την Κατερίνα στο εστιατόριο και στο τηλέφωνο η Αθανασία. Άρπαζα το κινητό υπό μάλης κι έτρεχα να βρω ήσυχη γωνιά. Συνήθως κατέληγα στην τουαλέτα να με κοιτούν περίεργα οι συγκατουρούντες.
-Γιατί δεν απαντάς στο γραφείο σου;
-Δεν είμαι στο γραφείο μου.
-Και πού είσαι;
-Στο γραφείο του μεγαλομετόχου.
-Συγνώμη. Πάρε όταν τελειώσετε.
Κάθε μεσημέρι συναντιόμουν με το μεγαλομέτοχο. Απορώ πώς δεν έγινα συνιδιοκτήτης της εταιρίας. Με τόσες συναντήσεις, κανονικά θα έπρεπε να τον είχα πείσει.
Αφού ρημαδοτρώγαμε, επιστρέφαμε στις δουλειές μας. Κι εγώ έπρεπε να πάρω τηλέφωνο την Αθανασία.
-Λέγε…
-Τι να πω;
-Ήσουν, πράγματι, με τον μεγαλομέτοχο;
-Αφού κάθε μέρα βρισκόμαστε ρε Αθανασία. Καινούργιο είναι αυτό;
-Πώς γίνεται και συναντιέστε πάντα την ώρα του φαγητού;
-Έχει ησυχία εκείνη την ώρα…
-Και τι είπατε;
-Για τις πωλήσεις που πάνε καλά/ χάλια/ μέτρια/ ικανοποιητικά/ έτσι κι έτσι/ σκατά στην επαρχία/ πολύ καλά στην Καβάλα/ μέτρια στην Αλεξανδρούπολη (διαλέξτε την απάντηση που σας ταιριάζει).
Επίσης, συζητούσαμε για το πλεονάζον προσωπικό, για τις ελλείψεις σε προσωπικό, για τις υπέρογκες αμοιβές των προμηθευτών, για το ρίξιμο των προμηθευτών, για την αύξηση της τιμής των πρώτων υλών, για τη μείωση της τιμής των πρώτων υλών, για τη σταθερότητα στις τιμές των πρώτων υλών, για ένα πρόβλημα με τον αντιπρόσωπο στο Κιλκίς/ στη Δράμα/ στην Καβάλα/ στην Έδεσσα/ στη Λάρισα/ στο Βόλο/ στα Τρίκαλα/ στην Καστοριά/ στα Γρεβενά/ στην Κοζάνη/ στην Κατερίνη/ στη Βέροια/ στον Πολύγυρο/ στην Κομοτηνή/ στην Ξάνθη/ στην Αλεξανδρούπολη/ στο Σουφλί/ στο Ντεντέ Αγάτς κι όπου αναπτύσσονταν η δράση της εταιρίας.
-Καλά, καλά. Από δω το είχες, από εκεί το είχες, πάλι για δουλειά μου μιλάς. Θα πάμε σινεμά;
-Το Σάββατο…
-Καλά. Θα σε πάρω μετά…
Και ξαναέπαιρνε. Και στο μεταξύ έπαιρνε και η Κατερίνα, που συνέχιζε να δουλεύει και πλέον του ωραρίου. Και το βραδάκι, εμφανιζόταν στη δουλειά και πάλι η Αθανασία, για να δει κάτι μικρολεπτομέρειες. Κι ερχόταν η ώρα να πάμε σπιτάκι…
-Θα φύγουμε;
-Έχω δουλειά ακόμη.
-Τι ήρθα, τότε, εγώ;
-Ξέρω ’γω; Μήπως σε κάλεσα; Μόνη σου ήρθες…
-Δηλαδή να φύγω; Να πάω σπίτι;
-Αν θες περίμενε, να φύγουμε σε κανα δίωρο μαζί…
Αυτό πάντα έπιανε. Ποια γυναίκα να περιμένει ένα δίωρο κοιτώντας τον τοίχο; Έφευγε. Κι ακολουθούσε τηλέφωνο από την Κατερίνα.
-Βαρέθηκα, φεύγω.
-Ξεκίνα και περίμενε στο παρκάκι, δίπλα. Έρχομαι σε πέντε λεπτά.
Πήγαινα. Έμπαινε στο αυτοκίνητο. Πηγαίναμε στο σπίτι της(φθάνει, πια, το οτομπιάνκι. Προτιμάμε το κρεβάτι). Μπαίναμε στο διαμέρισμα. Γδυνόμουν. Γδυνόταν. Έκανα μπάνιο. Έκανε μπάνιο. Σεξ. Μισή ώρα χαλάρωση και κουβεντούλα. Με το μάτι στο ρολόι. Σήκω. Ντύσου. Παρηγόρησέ την, που έμενε σε τέσσερις τοίχους. Μπες στο αυτοκίνητο. Πάνε σπίτι. Κι εκεί… Αχ εκεί… Βρες την Αθανασία σε εξάψεις… Και, αν μπορείς, σεξ ξανά… Κάθε μέρα. Επτά μέρες τη βδομάδα. Τέσσερις βδομάδες το μήνα. Δώδεκα μήνες το χρόνο…
Μη βιαστείτε να πείτε «μεγάλε, εσύ τα ’θελες. Τράβα τα, που δεν σ αρέσει κι όλας». Κακά τα ψέματα. Η ιστορία με την Αθανασία είχε ημερομηνία λήξης. Και η Κατερίνα να μην υπήρχε, θα έφευγα από τη σχέση και μόνος μου.
Το κακό ήταν ότι και η ιστορία με την Κατερίνα, είχε παγίδα. Κι ήταν σε μέρος που δεν φαινόταν… Κι από το ένα ζόρι, μέσω άλλου ζοριού, βρέθηκα στο μεγάλο λούκι…
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006
Μα δεν το ξανακάνω σ’ οτομπιάνκι

Κάτι ήξερε ο Τουρνάς. Και κόβω το κεφάλι μου, ότι δεν το τραγούδησε στην τύχη το εν λόγω άσμα. Σίγουρα πράγματα, μιλούσε εκ πείρας.
Βέβαια, εγώ οτομπιάνκι δεν είχα. Αλλά λίγο το δικό μου μέγεθος, λίγο το αυτοκίνητο που ήταν (κι αυτό) μίνι σάιζ, το θυμήθηκα το άσμα.
Το κακό άρχισε με το που προσπάθησα να κινηθώ προς την καρέκλα του συνοδηγού. Λοιπόν, οδηγίες: Φέρνεις το αριστερό χέρι σε μια κυκλική διαδρομή, με σκοπό να αγκαλιάσεις τη συνοδηγό με το αριστερό χέρι από τον δεξιό της ώμο. Αν είσαι ο Τιραμόλα, θα τα καταφέρεις. Αν όχι, θα νοιώσεις ένα τράβηγμα στον τρικέφαλο, ή ένα σχίσιμο στο αριστερό μανίκι.
Αλλαγή σχεδίου. Προσπαθείς να αγκαλιάσεις τους ώμους της συνοδηγού με το δεξί χέρι. Εύκολα πράγματα. Και τώρα, είστε σα ζευγαράκι στο σινεμά. Αδύνατον να κάνεις το παραμικρό σε αυτήν τη στάση. Εκτός κι αν διαθέτεις μόριο εύπλαστο και μακρύ, σαν προβοσκίδα ελέφαντα.
Δεν ήμουν τόσο προικισμένος…
Τρίτη προσπάθεια. Η μικροκαμωμένη και ιδιαίτερα λεπτή συνοδηγός προσπαθεί να έρθει πάνω σου. Τραβάς την καρέκλα του οδηγού όσο πάει προς τα πίσω. Εκεί συνειδητοποιείς ότι όποιος σχεδίασε το αυτοκίνητο, το έκανε για να οδηγείς κι όχι για να ξαπλώνεις –ειδικά με παρέα. Με το που περνάει το δεξί της πόδι πάνω από τα ευαίσθητα σημεία σου, χυπάει την κόρνα, ακούγεται το μπίίίίίπ και, με το αριστερό της πόδι μετακινεί το λεβιέ των ταχυτήτων στη θέση νεκρά. Το κεφάλι της ακουμπάει τον ουρανό του αυτοκινήτου και η ρυθμική κίνηση πάνω-κάτω γίνεται αδύνατη, εκτός κι αν το πάρει απόφαση ότι, εκτός από μια πρωτότυπη στάση σεξ θα αποκτήσει και έναν δυνατό πονοκέφαλο από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα.
Τελικά βρίσκεις μια θέση, είσαι έτοιμος για διείσδυση, αλλά διαπιστώνεις ότι σου είναι αδύνατο να κατεβάσεις το φερμουάρ σου.
Κι αν το πετύχεις κι αυτό, διαπιστώνεις ότι η συνοδηγός φορά καλσόν.
Σε αυτήν τη στάση είναι παντελώς αδύνατο να το βγάλει. Το σκίζεις.
-Πάει το καλσόν! Κι είχα δώσει 25 ευρώ, μουρμουρίζει.
Όταν, με το καλό, τα καταφέρεις είναι αδύνατο να φορέσεις προφυλακτικό. Κι αν το έχεις στην τσέπη, κάτι μπορεί να γίνει –μετά από παρόμοιες προσπάθειες. Αν είναι στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, τότε χρειάζεται ξεκαβαλίκεμα από τη συνοδηγό, άνοιγμα του ντουλαπιού, φόρεμα του προφυλακτικού και πάμε από την αρχή. Αριστερό πόδι στις ταχύτητες, δεξί από πάνω σου, κεφάλι να χτυπάει στον ουρανό… Τραγωδία.
Πες ότι έγιναν κι αυτά. Κι ότι, με τα χίλια ζόρια, γίνατε οι δύο σάρκα μία. Τώρα; Την πρώτη φορά, λίγο η συγκίνηση, λίγο το τρακ, κινείσαι αργά και τελειώνεις γρήγορα. Την επόμενη φορά, όμως, δεν έχεις δικαιολογίες. Έτσι, από το αυτοκίνητο, βρίσκεσαι να κάνεις σεξ σε άλλα μέρη κι άλλες στάσεις: Στην τουαλέτα καφετέριας. Στο διάδρομο για την τουαλέτα καφετέριας. Στον εξώστη συνοικιακού σινεμά. Στο γραφείο. Σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή. Στο ασανσέρ. Στο κλιμακοστάσιο, δίπλα στο λέβητα του καλοριφέρ.
Τον χειμώνα, το σεξ στο υπόγειο της πολυκατοικίας, δίπλα στο λέβητα, είναι ΟΚ. Το καλοκαίρι, όμως, ιδροκοπάς σα θαλάσσιος ελέφαντας.
Πάντα με την ψυχή στο στόμα, μήπως και σε κάνουν τσακωτό. Πάντα με το ένα αυτί τεντωμένο και, με τον παραμικρό θόρυβο να πετάγεσαι λες και σε χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
Αμ δεν είναι σεξ αυτό, είναι κινέζικο βασανιστήριο.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2006
Το σεξ είναι μεγάλη υπόθεση

Θα μου πείτε, εσύ , στο προηγούμενο κεφάλαιο μας έκανες μια εισαγωγή που έδειχνε ότι η Κατερίνα εσένα είχε στο μάτι. Ούτε Τον Άκη, ούτε τον Νάκη, ούτε τον Ράκη. Ναι, έτσι ήταν. Τουλάχιστον έτσι αποδείχτηκε.
Ήταν μετά την Πρωτοχρονιά. Έκανε κρύο. Μιλάμε για πολύ κρύο. Δε χιόνιζε, αλλά σου περόνιαζε τα κόκαλα. Είχε και ομίχλη. Γενικά, με το που έπεφτε το σκοτάδι, όλοι την έκαναν για τα σπίτια τους. Έτσι κι εγώ. Μόλις είχα φύγει από το γραφείο –η Κατερίνα είχε φύγει καμία ώρα νωρίτερα- και οδηγούσα με μουσική τζαζ στο cd. Παρένθεση: Ξέχασα να σας πω ότι είμαι ψωνάρα. Και στο αυτοκίνητο έχω cd τζαζ και κλασσικής, λες και αν μου την έπεφτε καμία γκόμενα θα την έριχνα με πεντάλεπτη διάλεξη για τα σόλο του Αγίου Ιωάννη Κολτρέιν σε άλτο σαξόφωνο. Ή για τη σχέση του Μότσαρτ με το Σαλιέρι. Κλείνει η παρένθεση.
Λοιπόν, τι λέγαμε; Α, ότι έκανε κρύο. Κι ότι οδηγούσα. Κι εκεί που οδηγούσα χτυπάει το κινητό μου. Και είναι η Κατερίνα.
«Τι κάνεις», με ρωτάει;
«Οδηγάω».
«Ωραία! Είμαι Διαγώνιο, έλα να με πάρεις».
Έμεινα όπως ο πρωταγωνιστής στις ταινίες. Με το στόμα ανοιχτό, ενώ πήγαινα να πω κάτι σαν «βιάζομαι, δεν προλαβαίνω, έχω βάλει γιαούρτι στη φωτιά»… Τελικά δεν πρόλαβα να πω τίποτε. Άκουσα το κλικ του κινητού της τηλεφώνου κι έπειτα εκείνο το μπιμπ μπιμπ μπιμπ, δείγμα ότι το είχε κλείσει.
Κανονικά τι έπρεπε να κάνω; Εδώ μπαίνει ο χορός. Μαυροντυμένες φιγούρες, με τονισμένα τα μάτια.
Χορός: Φύγε. Πάτα το γκάζι, άνοιξε ταχύτητα. Φύγε, ω πρωταγωνιστά! Κλήση κινητής τηλεφωνίας διέπραξε, ώστε να κάνεις γνωστό σ’ εκείνην ότι δεν μπορείς, δεν ευκαιρείς. Ότι στο σπίτι πρέπει να γυρίσεις. Κι άσε την, ταξί να πάρει. Με κούρσα μισθωμένη στο σπίτι της να φθάσει.
Σκατά! Δεν είμαστε στην Επίδαυρο. Άρα, ούτε χορός μπήκε, ούτε τίποτα. Γι αυτό, εξάλλου, στο τέλος της τραγωδίας μου, δεν υπήρχε από μηχανής Θεός, ούτε κάθαρση. Ύβρις υπήρξε. Τιμωρία το ίδιο. Αλλά κάθαρση ούτε για δείγμα. Κι αφού δεν υπήρξε χορός, πήγα…
Ήταν εκεί. Μέσα στο κρύο, στη διασταύρωση. Με το που σταμάτησα δίπλα της, άνοιξε την πόρτα και πήδηξε μέσα. Το κακό είναι ότι, μισή ώρα αργότερα, ξαναπηδούσε. Εμένα.
Την είχα πάει στο σπίτι της. Αντί, όμως, να πει ευχαριστώ και να πάει στην ευχή της Παναγιάς, με φίλησε. Κι εγώ ανταποκρίθηκα. Κι έτσι άρχισαν όλα. Με μια ξεπέτα μέσα στο αυτοκίνητο, με το χειρόφρενο να μπαίνει όπου έβρισκε, την καρέκλα του οδηγού να μην κατεβαίνει (η πουτάνα) και τα πιο ωραία στήθη που είχα δει ως τότε (ζωντανά και λαχταριστά…).
Ναι, το σεξ είναι μεγάλη υπόθεση.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 12, 2006
Από τον Άκη στον Μήτσο

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι και κανένας ομορφάντρας. Τα ΄χω τα κιλάκια μου και στον έρωτα δεν είμαι δα και ο Τζον Χολμς. Ούτε καν Γκουσγκούνης. Γιατί κι ο Αρχηγός έγινε καλτ κι από υποκουλτούρα μαστ, για κάθε τρέντι νέο. Κι από εκεί που τον ήξεραν όσοι σύχναζαν στις σκοτεινές αίθουσες γύρω από την Ομόνοια, ή γύρω από το Βαρδάρη (άντε και στον πάλαι ποτέ Ελλήσποντο στην Αγγελάκη) τον κάνουν dvd εφημερίδες καταγγελίας και τον μοιράζουν στα περίπτερα όπως τη Γυναίκα του Αστροναύτη, με ΄κείνη την γκομενάρα την Σαρλίζ Θέρον.
Μ΄ όλη αυτήν την εισαγωγή θέλω να πω ότι αν κάποια γκόμενα, περίπου δέκα χρόνια μικρότερή μου, γυρίσει και με κοιτάξει, θα πιστέψω ότι ψάχνει το σερβιτόρο. Κι αν πεισθώ, με τα πολλά, ότι έψαχνε τη δική μου ματιά στο χώρο, θα κάνω το σταυρό μου και θα κολακευθώ. Αλλά να της μιλήσω και –πολύ περισσότερο- να της τα ρίξω, αποκλείεται. Είμαι από εκείνους που όταν κάθονται στο μπαρ δεν έχουν να πουν πολλά. Κι αν κεράσουν ένα ποτό στη διπλανή αιθέρια ύπαρξη, δεν ξέρουν πώς να συνεχίσουν την κουβέντα. Και βλέπουν την ύπαρξη να γυρνάει από την άλλη και να κάνει παιχνίδι με τον διπλανό της, πίνοντας το ΔΙΚΟ ΜΟΥ ποτό.
Μ΄ αυτήν τη δεύτερη εισαγωγή θέλω να πω ότι, όταν γύρισε και με κοίταξε η Κατερίνα, κοιτούσα δεξιά – αριστερά, πίσω και πάνω, για να σιγουρευτώ ότι κοιτούσε εμένα. Μετά μου έκλεισε το μάτι, με έδειξε με τον αντίχειρα κι έτσι σιγουρεύτηκα. Πολύ περισσότερο επειδή, πίσω μου ακριβώς, ήταν ο τοίχος.
Από τότε αρχίσαμε τις κουβέντες. Μου φερόταν λες κι ήμουν ο μεγάλος της αδελφός. Ή, τουλάχιστον, έτσι άφηνε να εννοηθεί. Ζητούσε τις συμβουλές μου για μια σχέση που είχε με κάποιον Άκη, μουσικό στο επάγγελμα. Εγώ πίστευα ότι το Άκης έβγαινε από το Παναγιωτάκης κι έτσι, στις 15 Αυγούστου, της έστειλα μήνυμα να τον χαίρεται. Μου τηλεφώνησε μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου, για να ρωτήσει ποιον εννοούσα. Της είπα. Μου απάντησε ότι το Άκης ήταν από το Θεολόγος κι ότι, τέλως πάντων, ο Άκης δεν υπάρχει πια, τον πάτησε το τρένο, ή κάτι τέτοιο.
Μετά από μία βδομάδα μου ζητούσε τις συμβουλές μου για κάποιον Νάκη. Διευκρίνισα ότι ο Νάκης δεν είχε καμία σχέση με τον Άκη και πως το Νάκης, έβγαινε από το Ιορδάνης. Ιορδάνης, Ιορδανάκης, Νάκης. Πάλι καλά, που δεν τον έλεγαν Ναβουχοδονόσορ. Γιατί με τη λογική τους, θα τον φώναζαν Ράκη. Ναβουχοδονόσορ, Ναβουχοδονοσοράκης, Ράκης.
Δε φθάσαμε ποτέ ως τον Αγιασμό των Υδάτων. Λίγο πριν την παρέλαση για την 28η Οκτωβρίου, ο Νάκης είχε αναχωρήσει για άλλο μέτωπο.
Γιορτάζαμε το Πολυτεχνείο, όταν μου έφθασαν, μέσω Ίντερνετ, φωτογραφίες από την πορεία. Ανάμεσα στους πορευόμενους και η Κατερίνα. Δίπλα της ένα παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά. Την πήρα τηλέφωνο.
«Γεια, βλέπω τις φωτογραφίες από την πορεία. Είσαι κι εσύ μέσα».
«Σώπα! Είμαι καλή»;
«Μια χαρά κοπέλα. Βλέπω κι έναν νεαρό δίπλα, να χει το χέρι του στον ώμο σου. Ο Νάκης; Τα ξαναφτιάξατε»;
«Τρελός θα είσαι. Αυτός είναι ο Μήτσος».
Η εποχή των υποκοριστικών είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα άρχιζε η εποχή των ανδρικών ονομάτων. Μήτσος, Κώτσος, Μπάμπης. Άντε και κανένας Νώντας.
Φυσικά, επαναλήφθηκαν παρόμοιες σκηνές. Ερχόταν να ζητήσει τη συμβουλή μου, για τη σχέση της με τον Μήτσο. Ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Κι εκεί στην κουβέντα για το πού θα πάει ο καθένας να περάσει τις Άγιες Μέρες, έμαθα πως ο Μήτσος ήταν παρελθόν. Ένδοξο μεν, παρελθόν δε. Και πως για τα Χριστούγεννα θα πήγαινε στη μάνα της επειδή χρειαζόταν ξεκούραση. Γιατί αυτή η σχέση με τον Μήτσο, την είχε κουράσει υπερβολικά.
Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006
Ανάσες...

Ναι, σκοπεύω να πάρω ανάσες. Ειδικά μετά το κατεβατό της περασμένης φοράς, το οποίο, σημειωτέον, μου βγήκε μέσα σε λίγα λεπτά. Το άφησα έτσι, όπως μου βγήκε, χωρίς διορθώσεις. Γι αυτό και, όπως διαπίστωσα, δεν το διάβασε κανείς.
Γι αυτό, λοιπόν, θα πάρω ανάσες με την ησυχία μου. Κι εσείς θα ψήνεστε από αγωνία (που λέει ο λόγος) για την Αθανασία και τη «Μπέμπα».
Τα νέα του φοβερού τριγώνου (και το πώς έγινε τετράγωνο) από Σεπτέμβριο.
Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006
Η ζωή με την Αθανασία
Στη δουλειά, έκανε εκείνη τη δουλειά της κι εγώ τη δική μου. Μερικές φορές τη φόρτωνα με τη δουλειά μου κι άλλες φορές με φόρτωνε με τη δική της. Στη δουλειά τσακωνόμασταν γι αυτά που είχε αφήσει ο καθένας να κάνει ο άλλος -κι εκείνος δεν τα είχε κάνει.
Μετά τη δουλειά, εγώ πήγαινα σε δεύτερη δουλειά, επειδή οι δύο μισθοί δε μας έφθαναν ούτε για ζήτω. Εκείνη πήγαινε στο σπίτι και μ έπαιρνε τηλέφωνο, για να τσακωθούμε γι αυτά τα πράγματα που είχαμε αναλαλάβει να κάνουμε, αλλά δεν προλαβαίναμε.
Αφού τελείωνα τη δεύτερη δουλειά επέστρεφα στο σπίτι. Εκεί δεν τσακωνόμασταν για τα πράγματα τα οποία έπρεπε να κάνουμε και δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε. Κι αυτό επειδή εκεί βρισκόταν η "Μπέμπα", ο άνδρας της και η άλλη κόρη της. Κάθε βράδυ. Κι έφευγαν μία ώρα μετά από την δική μου επιστροφή. Λες και είχαν καταπιεί από ένα Ταγκ Χόγκερ ο καθένας.
Εγώ έπρεπε να είμαι ευγενικός. Τι κι αν με το που επέστρεφα ήθελα να βγάλω παπούτσια, κάλτσες και παντελόνι, για να κυκλοφορώ με το σόβρακο; Ήταν αδύνατο. Εκτός κι αν ήθελα να χαρακτηριστώ αγενής. Καθόμουν, λοιπόν, με το παντελόνι, τις κάλτσες, τα παπούτσια, το πουκάμισο και τη γραβάτα (λες και ήμουν βουλευτής! Γιατί μόνον οι Έλληνες βουλευτές κάθονται στο σπίτι τους ντυμένοι ωσάν να βρίσκονται σε απογευματινό τέιον της φιλοπτώχου). Άκουγα ό,τι νεώτερο υπήρχε να αγοράσουμε για να βελτιώσουμε το σπίτι. Έπρεπε να ακούσω κι όλα τα νέα της αγαπημένης ομάδας του άνδρα της "Μπέμπας" κι ας ήταν ο μισητός αιώνιος αντίπαλος της δικής μου ομάδας.
Φορούσα το χαμόγελο του μαλάκα (ξέρετε, αυτό που χαμογελάς μεν, αλλά δεν χαμογελάς ακριβώς. Σα να είσαι στην τουαλέτα και κάτι δυσκολεύεται να βγει για να πάρει το δρόμο προς τον υπόνομο και εσύ πρέπει να κάνεις ησυχία, γιατί έχεις καλεσμένους στο σπίτι).
Α! Αυτό συνέβη. Κι όχι μόνον μία, ή δύο φορές. Ξέρεις τι είναι να έχεις επιστρέψει από τη δουλειά, να θέλεις να πας στην τουαλέτα και να κάτσεις εκεί με τις ώρες, επειδή δεν το φχαριστήθηκες το πρωί, να ελευθερωθείς με όσο θόρυβο μπορείς κι εσύ να μην μπορείς; Να κάθεσαι στην λεκάνη και να σταματάς ό,τι βγαίνει θορυβωδώς; Να προσπαθείς να μην ακουστεί ο χαρακτηριστικός ήχος "μπλουμ"; Για δοκιμάστε! Φάτε ρύζι δυο μέρες και δοκιμάστε! Κι αν τα καταφέρετε, γράψτε πώς το κάνατε, για να το κάνω κι εγώ...
Και -το σημαντικότερο- ξέρετε τι είναι να θες να δεις τηλεόραση, την ταινία που περίμενες πώς και πώς, η οποία (σημειωτέον) έχει και τις γυμνές σκηνούλες της και να πρέπει να δεις κάτι ουδέτερο για να μην ακούς σχόλια του στιλ "κοίτα, κοίτα τι δείχνουν! Μα δεν ντρέπονται";
ΟΧΙ! Αυτοί δεν ντρέπονται! Θέλουν να δείχνουν τέτοιες ταινίες κι εγώ θέλω να τις βλέπω! Να κάθομαι με το βρακί στον καναπέ, μισοξαπλωμένος μισοκαθιστός, κάτι ανάμεσα στον ξαπλωμένο Βούδα και τον καθιστό Βούδα, να ξύνω ό,τι θέλει ξύσιμο, να γελάω όσο δυνατά θέλω, να φωνάζω όποιον θέλω για να δούμε την ταινία μαζί και, κυρίως, να έχω τα φώτα κλειστά! Να μου θυμίζει η όλη φάση λίγο κινηματογράφο, αφού λόγω δουλειάς, δεν μπορούσα να χωθώ σε μια σκοτεινή αίθουσα.
Αλλά ούτε αυτό δεν γινόταν. Διότι "πώς είναι δυνατό να σβήνουμε τα φώτα όταν έχουμε επισκέπτες"; Έτσι ήμασταν σαν Ιερός Ναός το Πάσχα. Φώτα στο ταβάνι, επιδαπέδια φωτιστικά και κεριά, όλα αναμμένα.
Α! Αυτό το είχα ξεχάσει! Το λιβάνι... Αγαπητέ αναγνώστη (αλήθεια, υπάρχεις; Τώρα τελευταία δεν παίρνω ούτε ένα σχόλιο για τα Blogs μου) έχω καλή σχέση με τη θρησκεία. Καλώς ή κακώς, πιστεύω. Όμως, όταν ερχόταν η "Μπέμπα" καταπάνω μου, με το θυμιατό στα χέρια, να μου ρίξει τον καπνό στα μούτρα, κι εγώ να σταυροκοπιέμαι σα γιαγιά τον 15αύγουστο, σκεφτόμουν: "Γιατί Θεέ μου δε γεννήθηκα στη Τζακάρτα; Να είμαι ταοϊστής, μαοϊστής, βουδιστής, Σαολίν, σιίτης, σουνίτης, κοπρίτης, αλλά όχι αυτό το πράγμα που πρέπει να δείχνω"!
Και να ήταν μόνον το λιβάνι; Ήταν και τα ευχέλαια! Κάθε εξάμηνο, το σπίτι γέμιζε συγγενείς που δεν είχα ματαδεί ποτέ στη ζωή μου. "Από δω ο θείος Ανάργυρος κι αυτή η θεία Κούλα. Τους θυμάσαι";
ΟΧΙ! Δεν τους θυμάμαι! Γιατί να τους θυμάμαι δηλαδή; Ένα παχουλό ζευγάρι από το χωριό είναι. Εκείνος ακούει Πέγκυ Ζήνα κι εκείνη βλέπει Φέιμ Στόρι. Εκείνος με σκουντούσε με τον αγκώνα του δεξιού του χεριού κι έλεγε, κλείνοντας το μάτι: "Ανηψούδι, πότε θα πάμε στα μπουζούκια; Να σε κυκλοφορήσω, ντε"! Κι εκείνη, έπαιρνε το λόγο: "Άσε το παιδί, που θα τρέχετε στις καμπαρετζούδες, να το κάνεις σαν τα μούτρα σου! Πες μου ανηψιέ, αυτή η Δρούτσα, γιατί τα φέρεται έτσι τα καϋμένα τα παιδιά; Τι της έκαναν; Κι εκείνος ο κακιασμένος, ο Μουρατίδης, δε βλέπει τα χάλια του; Που θα πει για τη Νικόλ κακό λόγο; Που να βγάλει κακό σπυρί, να βγάλει. Και να μην προλάβει να δει χαρά στα σκέλια του"!
Κι εγώ, εκεί! Στον καναπέ. Να χαμογελάω ηλιθιωδώς. Να λέω στον έναν: "Μωρέ δεν τα πάω πολύ τα μπουζούκια". Και να λέω στην άλλη: "Ξέρεις, θεία, δεν βλέπω την εκπομπή"...
-Δε βλέπεις την εκπομπή;!;! Άνοιγε τα μάτια της διάπλατα, λες και της είχα πει ότι είμαι αδελφή και το έκρυβα από όλους επί 35 συναπτά έτη.
Πώς να δικαιολογηθώ εγώ που δεν έβλεπα το ριάλιτι; Ποία η θέσις μου εις αυτήν την κοινωνίαν; Εις ποίαν ζωήν έχω περιέλθει; Πώς θα επανέλθω στον δρόμο τον σωστό, τον τίμιο;
"Δηλαδή, τι βλέπεις στην τηλεόραση", ερχόταν η αμείλικτή ερώτηση.
-Να, καμια ταινία, αθλητικά, τέτοια πράματα...
"Ταινία; Είχε μια με τον Τσακ Νόρις, καταπληκτική, χθες. Την είδες;"
-Όχι, είχε μια κινέζικη στο συνδρομητικό και...
"Εγώ δεν μπορώ να δω κινέζικες. Δεν καταλαβαίνω ποιός είναι ποιος... Όλοι ίδιοι είναι"!
Τώρα, ποιος μιλάει, ο θείος ή η θεία, θα σας γελάσω. Κι ο ένας κι ο άλλος, τα ίδια έλεγαν. Αν δεν ταιριάζανε, δε θα συμπεθεριάζανε.
Κι εκείνη την ώρα, ερχόταν η λύτρωση: ο παπάς. Για το ευχέλαιο. Και δώστου να ψέλνει, δώστου να σκύβουμε, να κρατάμε τα κεριά καταμεσίς του σαλονιού σαν τους σατανιστές, να ευλογεί εκείνος, να σταυροκοπιόμαστε εμείς, να βλέπουν οι γειτόνοι από τα παράθυρα. Να σχολιάζουν την άλλη μέρα: "Έχετε κάποιο πρόβλημα στο σπίτι; Κάποιον άρρωστο; Είδαμε παπά".
Είδαν παπά -άλλοι καλύτεροι κι αυτοί- και αναρωτήθηκαν αν έχουμε κάποιον άρρωστο. Αν έβλεπαν ασθενοφόρο, με τη λογική τους, θα έπρεπε να αναρωτηθούν αν μας χάλασαν τα υδραυλικά.
Βέβαια, βγαίναμε κι έξω. Εκεί την είχα σκίσει τη γάτα. Δεν βγαίναμε με συγγενείς. Βγαίναμε μόνοι, με κάποιους φίλους. Δόξα τω Θεώ.
Πάλι δεν γλίτωνα τις εκπλήξεις. Σκεφτείτε ότι, την πρώτη μέρα μετά το γάμο, είπαμε να αποδράσουμε σε επαρχιακή ορεινή πόλη, γιατί η μάνα μου ήθελε να έρθει, πρωί πρωί, στο σπίτι, να κεράσει γλυκό τη νύφη, να ΄ναι τα λόγια τους γλυκά. Δεν της κάναμε το χατίρι (αλλά ΑΝ με διαβάζετε, κι ΑΝ η δική σας μάνα ζητήσει κάτι παρόμοιο, κάντε της τη χάρη. Γιατί από εκείνη τη μέρα, τα λόγια νύφης και πεθεράς, μόνον γλυκά δεν ήταν) και εκδράμαμε. Κι εκεί που πήγαμε, ποιον βρήκαμε; Ναι, σωστά! Τη "Μπέμπα". Πέντε ώρες μετά το γλέντι του γάμου, είπε να πάει στην ίδια ορεινή πόλη που πήγαμε κι εμείς... Έτσι είναι τα μεγάλα πνεύματα. Συναντώνται. Αλλά τότε δεν ήθελα να πιστέψω ότι τα πνεύματα της Αθανασίας και της "Μπέμπας" ήταν ίδια -κι απαράλλαχτα.
Αλλά πριν από όλα αυτά, υπήρξε ο γάμος...
Το μυστήριο
Ε, ρε γλέντια. Γειά σου μπαμπάκο! Γειά σου οικογένεια! Αν εξαιρέσεις το ότι στην εκκλησία πήγα μόνος, οδηγώντας το αυτοκίνητό μου και σκεπτόμενος το σύνθημα των γηπέδων "από πού θα φύγετε", όλα καλά.
Το μυστήριο έγινε σε μεγάλη βυζαντινή εκκλησία. Το νυφικό νοικιάστηκε από γνωστό οίκο. Οι μπομπονιέρες και ο στολισμός του ναού ήταν του κουμπάρου. Δεν τσιγκουνεύτηκε. Πού να ΄ξερε. Ο φωτογράφος ήταν γνωστός. Το ίδιο κι αυτός που τραβούσε βίντεο (σημείωση: μετά το γάμο, βγάλτε φωτογραφίες και βίντεο σε δύο αντίτυπα. Δώστε το ένα στους γονείς σας. Γιατί αν φθάσετε στο τρίτο σκαλοπάτι του έγγαμου βίου -διαζύγιο- θα μείνετε χωρίς φωτογραφίες και χωρίς βίντεο. Θα σας δοθεί μόνον η ατάκα "τι να το κάνεις; Αν νοιαζόσουν γι αυτά, δεν θα έπαιρνες διαζύγιο"!).
Το μυστήριο ολοκληρώθηκε χωρίς απρόοπτα. Ήταν τόσο χαρούμενη, που ξέχασε να με πατήσει, όταν ο παπάς είπε το γνωστό "η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα". Ζήτησε από τον παπά να το ξαναπεί, αλλά εκείνος ανένδοτος: "Μα είσαι καλά κόρη μου; Έλα σε παρακαλώ και περιμένει κι άλλος γάμος"! Έτσι τη γλίτωσαν τα λουστρίνια μου.
Μετά πήγαμε στο γραφείο για τις υπογραφές. Υπέγραψα εγώ, εκείνη, ο κουμπάρος κι η γυναίκα του κουμπαρου, ο παπάς κι ο ψάλτης. Όχι, ο νεοκώρος δε χρειάστηκε να υπογράψει. Πήραμε τα αντίγραφα, τα ασφαλίσαμε σε ειδική θυρίδα στην τράπεζα και φύγαμε για τις φωτογραφίες.
Για τους χαιρετισμούς τι να πω; Όπως σε όλους τους γάμους. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ, και στα δικά σας, και στα δικά σου, α, η θεία Ευαγγελία, πόσο καιρό έχω να σε δω, ευχαριστώ, ευχαριστώ, α, κι εσείς εδώ, αγάπη μου, ο θείος Νεκτάριος, ευχαριστούμε, ευχαριστώ, και στις χαρές της Ελενίτσας μας, ευχαριστώ, να είστε καλά, ευχαριστώ. Δεν αισθανόμουν το δεξί μου χέρι για τρεις μέρες. Κι εκείνοι, από την άλλη πλευρά, τα ίδια. Να σας ζήσουν, να σας ζήσουν, να σας ζήσουν, να σας ζήσουν, πάντα άξιος, πάντα άξια, να ζήσετε, να ζήσετε. Με τη σειρά είμασταν στημένοι Μπαμπάς, μαμά, πενθερός, πενθερά (όπως ακανθόχοιρος), κουμπάρος, κουμπάρα, εκείνη κι εγώ. Γι αυτό σας είπα, δεν έχει αξία να περιγράψω χαιρετισμούς. Αν εξαιρέσετε ότι φίλος κολλητός έβαλε το χέρι του ανάμεσα στο δικό μου, από πίσω και χαιρέτισε καμιά εικοσαριά συγγενείς, όταν είχα κουραστεί, δεν έγινε κάτι το αξιοσημείωτο.
Και πήγαμε για φωτογραφίες. Και βγήκαμε κατά σειράν: Εγώ κι εκείνη. Εκείνη. Εγώ. Εγώ κι εκείνη καθιστή. Εγώ καθιστός κι εκείνη. Εγώ εκείνη κι ο κουμπαρος. Εγώ εκείνη κι η κουμπάρα. Εγώ, εκείνη, ο κουμπάρος, η κουμπάρα. Εγώ. Πάλι εγώ, γιατί στην προηγούμενη είχα κλείσει τα μάτια. Εκείνη καθιστή. Εκείνη στο πάτωμα, σαν τη Βίσση, με το νυφικό μια ομορφιά γύρω της. Ο κουμπάρος μόνος του, επειδή ζήλεψε. Η κουμπάρα μόνη της, επειδή δεν είχε παρόμοια φωτογραφία. Εγώ μέχρι τη μέση. Εκείνη μέχρι τη μέση. Ο κουμπάρος μέχρι τη μέση. Η κουμπάρα μέχρι τη μέση. Και οι τέσσερις μέχρι τη μέση. Ε, αυτά... Τέλος οι φωτογραφίες.
Να και η ώρα του γλεντιού... Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα. Διότι, όπως καταλάβατε, ακούω δημώδη και λαϊκά και θέλω να πάρω το τρένο να πάω μετανάστης στη Γερμανία. Γιατί καλύτερα να ακούω Βάγκνερ, παρά Βασίλη Καρά. Αλλά στο γάμο, αν βάλεις Βάγκνερ, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς ψωνάρα. Ένα βαλς περιλαμβάνει το πρόγραμμα -κι έξω από την πόρτα.
Κατά πρώτον, περιγραφή του κέντρου: ΚΤΕΛ. Έχετε δει εγκαταστάσεις του ΚΤΕΛ στην επαρχία; Με σιδερένιες καρέκλες και τραπέζια ξύλινα, με σιδερένια πόδια σε μωσαϊκό; Ε, αυτό ακριβώς. Στη μία πλευρά, πίστα. Υπερυψωμένη, να σε βλέπουν καλά όλοι, όταν μιμείσαι τον Σειληνό στις Θαλασσιές Χάντρες. Πίσω ορχήστρα. Μπουζούκι, κιθάρα, κρουστά, αρμόνιο, μπάσο, τραγουδιστής, τραγουδίστρια. Παντού λουλούδια. Που, από τη ζέστη, έγιναν σαν τη Ντονατέλα Βερτσάζε (πριν το 24 ο λίφτινγκ). Γύρω-γύρω οι συγγενείς. Στο τσακίρ κέφι. Πιωμένοι. Σουρωμένοι λες και δεν είχαν ξαναπιεί ποτέ. Άλλος να γελάει, άλλος να κλαίει, άλλος να χορεύει, άλλος να τραγουδάει, άλλος να χύνει σαμπάνια στην πίστα και να βάζει φωτιά, άλλος να καίει πεντοχίλιαρα (δεν τα έδινε σε μας, τουλάχιστον, να πιάσουν τόπο), άλλος να τον κρατάει να μην κάψει τα πεντοχίλιαρα, άλλος να παρεξηγιέται για τη θέση που τον έβαλαν να καθίσει ("μα καλά, ρε Σουλτάνα, εμάς έβαλαν δίπλα στην τουαλέτα και την αχώνευτη την Θοδώρα με τον Παντελή δίπλα στο τραπέζι της νύφης; Τι, σκατά, δώρο τους κάνανε αυτοί, δηλαδή";) κι άλλος να θέλει να φύγει επειδή "πέρασε η ώρα κι αύριο δουλεύουμε, Δευτέρα βλέπεις".
Σ αυτό το σκηνικό κάναμε την είσοδό μας. Κι αρχίσαν όλοι να χτυπάνε με τα πηρούνια τα ποτήρια, λες και θέλανε παραπάνω μερίδα, άλλοι να χειροκροτάνε λες και μπήκε ο ΠΑΟΚ στο γήπεδο, άλλοι να γελάνε και κάτι σιτεμένες θείες να κλαίνε (από συγκίνηση). Περπατήσαμε ως την πίστα κι έπεσε το γνωστό βαλς.
Το πρώτο σοκ: ο γαμπρός δεν χορεύει. Ένας ψίθυρος σηκώθηκε από τα πρώτα τραπέζια κι έφθασε ως τα τελευταία... Ναι, δε χορεύω. Δεν είμαι ο Ζορμπάς, ούτε ο Φώτης Μεταξόπουλος. Τσάτρα πάτρα, έκανα πέντε έξι βήματα του βαλς (βήματα να τα κάνει ο θεός, αν μ έβλεπε ο Νουρέγιεφ θα είχε αυτοκτονήσει πάραυτα) και ζήτησα ευγενικά να καθίσουμε.
Αμ δε... Έπρεπε να κόψουμε την τούρτα. Είχαμε αργήσει κι όλοι είχαν φάει. Εκεί να δείτε κόλπα και τζέρτζελο. Να σταυρώνουμε τα χέρια, να κόβουμε ένα κομματάκι (το πρώτο βγήκε μικρό. Κόψαμε δεύτερο, βγήκε μεγάλο. Με την τρίτη τα καταφέραμε. Όπως και με τις βόμβες), να σταυρώνουμε τα κουτάλια, να σταυρώνουμε τα ποτήρια για να πιούμε σαμπάνια.
Αφού τελείωσαν τα ακροβατικά, καθίσαμε. Για πόσο, όμως; Για δύο, τρία λεπτά το πολύ. Γιατί η ορχήστρα άρχισε να παίζει το γνωστόν δημώδες "Ωραία είν' η νύφη μας, ωραία τα προικιά της".
Κι άντε πάλι στην πίστα. Εγώ, εκείνη, ο κουμπαρος, η κουμπαρα, πέντε θείες, έξι θείες, οκτώ ξαδέλφες δικές μου, δέκα δικές της, δεν ξέρω πόσοι ξάδελφοι δικοί μου, καμια δεκαριά δικοί της, ο αδελφός μου κι η νύφη μου, η αδελφή της, η μάνα μου, ο πατέρας μου, η μάνα της, ο πατέρας της, επτά φίλοι δικοί μου (που βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν πλάκα) καμιά εικοσαριά φίλες της), έξι παλιοί συμμαθητές, εικοσιπέντε συνάδελφοι από το γραφείο. Όλη αυτή η κουστωδία πιάστηκε χεράκι χεράκι και χόρεψε έναν χορό που, συρτό δεν τον έλεγες, καλαματιανό δεν τον έκανες, πατητό δεν μπορούσες να τον αποκαλέσεις. Αλλά και συρόμενος έγινε (συρόμενος ήμουν εγώ, που με πήγαιναν και μ έφερναν δύο βήματα δεξιά κι ένα αριστερά) και πατητός έγινε (αφού έτσι όπως πήγαινα σαν τον Πινόκιο που του κόπηκαν τα σχοινιά με πάτησε και αυτός που ήταν δεξιά μου και αυτός που ήταν αριστερά μου και αυτός που ήταν μπροστά μου -γιατί, ξέχασα να σας πω, όλοι αυτοί οι Μπαρίσνικοφ, δε χωρούσαν σε έναν κύκλο κι έκαναν έναν μπροστά μου και δεν ξέρω πόσους πίσω μου).
Και τον καλαματιανό χόρεψα και ποντιακά χόρεψα και θρακιώτικα και νησιώτικο μπάλο. Πώς; Μα, με τον ίδιο τρόπο. Μόνον στον μπάλο τα μπέρδεψα, γιατί εκεί δεν κάναμε κύκλο, αλλά ήμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον, σαν τους καουμπόηδες.
Κι ενώ εκείνη πήγε κι άλλαξε, εγώ έμεινα με το γαμπριάτικο και το γιακά να μου χαράζει το λαιμό και τη γραβάτα, φασκιωμένος.
Και περνούσαν οι ώρες και φθάσαμε και στα σκυλοτράγουδα. Κι έπρεπε να σηκωθώ να χορέψω ζεϊμπεκιά! Ποιός, εγώ... Που ακούω το "σαν τον αητό είχα φτερά, ό ό ό, και πέταγα και πέταγα πολύ ψηλά" και αλλάζω δρόμο και πεζοδρόμιο. Και, για κακή μου τύχη, αυτό τραγούδησε ο νεαρός με τη βαθιά φωνή και το μωβ αστραπτιζέ σακάκι και την οινοπνευματί γραβάτα.
Σηκώθηκα, λοιπόν, ορθώς, στάθηκα στο κέντρο της πίστας, άπλωσα τα χέρια σε τέλεια έκταση κι άρχισα τα μάγκικα βήματα. Ένα μπροστά, ένα πίσω, ένα δεξιά, ένα αριστερά. Έτσι έμενα στην ίδια θέση. Κι έσκυψα προς τα μπροστά κι άκουσα ένα κρατς. Ευτυχώς, δεν ήταν το παντελόνι. Η μέση ήταν, καθότι αθλητικός τύπος ο δικός σου (μπιρίμπα, το αγαπημένο μου άθλημα). Και να σκύβω να χτυπώ το πάτωμα και να φέρνω φούρλες, σαν περιστρεφόμενος δερβίσης. Και κάποια στιγμή είπα να πηδήσω, να χτυπήσω στον αέρα το παπούτσι. Το κανα. Ο ιπτάμενος σαολίν. Προσγειώθηκα κακήν κακώς, τρέξαν οι συγγενείς, με συγκράτησαν μη σωριαστώ στην πίστα και γίνω ένα με το μωσαϊκό. "Μέθυσε, μέθυσε", με δικαιολόγησαν. Και μου δώσαν και τσιγάρο. Και χόρευα με αναμμένο τσιγάρο, να μπαίνει ο καπνός στα μάτια και να δακρύζω. "Συγκινήθηκε", είπαν και δώστου παλαμάκια.
Και τότε... Αχ τότε... Είπα να κάνω εκείνο το κόλπο, που περνάς το πόδι πάνω από έναν που χτυπάει παλαμάκια, να σηκωθεί αυτός να χορέψει. Έλα, όμως, που δεν το υπολόγισα σωστά. Σήκωσα το πόδι. Όχι πολύ. Ή, τουλάχιστον, έπρεπε να το σηκώσω περισσότερο. Και πήγε το πόδι κι έδωσε μια στον κουμπάρο από το δεξί μάγουλο, που δεν ήθελε άλλο. Τον πήραν τα αίματα, σταμάτησε η ορχήστρα, έτρεχε η κουμπάρα "Κώστα μου, Κώστα μου", εγώ σα χαμένος, "αμάν ρε κουμπάρε, είσαι καλά" κι εκείνος να χαμογελάει, με το στόμα ανοικτό, ματωμένο, και δυο δόντια λιγότερα.
Αμ, ούτε έτσι τέλειωσε το γλέντι. Γιατί μετά έπρεπε να χορέψει ζεϊμπέκικο κι η νύφη. Και μετά όλοι μαζί τσιφτελέλι. Και χασαποσέρβικο. Και καρσιλαμά. Και (ωχ Θεέ μου) τουίστ. Και ροκ εν ρολ. Και ντίσκο. Και ξανά ζεϊμπέκικο. Και ξανά τσιφτετέλι... Ως τις πέντε το πρωί
Κυριακή, Ιουλίου 30, 2006
Η Μπέμπα

Τη «Μπέμπα» τη γνώρισα μερικούς μήνες μετά την Αθανασία. Και υπήρχε ένας καλός λόγος γι αυτό: ήταν η μάνα της Αθανασίας. Η «Μπέμπα» είχε μια περίεργη ιδιότητα: Όταν τη γνώριζες για πρώτη φορά έλεγες πως είχες γνωρίσει τον πιο γλυκό άνθρωπο στη γη. Μέρα με τη μέρα αντιλαμβανόσουν ότι ο άγγελος μπροστά σου ήταν έκπτωτος. Κόρη του Βελζεβούλη.
Ίσως έπρεπε να διηγηθώ πρώτα το πώς πέρασαν αυτοί οι τέσσερις μήνες. Αλλά όλοι ξέρετε. Όπως περνούν οι πρώτοι μήνες γνωριμίας δυο ερωτευμένων ανθρώπων. Πρώτα βγαίνουν σε απίθανα μέρη, ο ένας λέει μαύρο ο άλλος άσπρο, ο ένας τρώει μακαρονάδες κι ο άλλος νερόβραστα χορταρικά, ο ένας τρελαίνεται για κοντοσούβλια κι ο άλλος για φιλέ μινιόν, ο ένας τρώει με τα χέρια κι ο άλλος με πέντε ειδών κουταλομαχαιροπήρουνα, ο ένας λατρεύει τον Σταλόνε κι ο άλλος τον Λιντς, ο ένας ακούει Ντιπ Πέρπλ κι ο άλλος Μαντόνα. Κι όταν ο ένας λέει στον άλλον τις προτιμήσεις του, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.
Έτσι κι εγώ με την Αθανασία. Τρελαινόμουν για γύρο πίτα τζατζίκι κι εκείνη έτρωγε σκόρδο και πάθαινε αναφυλαξία. Έβλεπα το Θίασο του Αγγελόπουλου κι εκείνη θεωρούσε βαριά κουλτούρα το Χρώμα Πορφυρό. Άκουγα (στα καλά μου) Κουίν και (στις μαύρες μου) Πινκ Φλόιντ κι άκουγε (στα καλά της) Πάριο και (στις μαύρες της) Εντίθ Πιάφ. Διάβαζα τις Γυναίκες του Μπουκόφσκι κι εκείνη περίμενε περισσότερα από τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς. Ήταν φανερό: Ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.
Έτσι πέρασαν οι πρώτοι μήνες. Ραντεβουδάκια σε ηλίθιες καφετέριες, σε τρέντι μπαρ με πάντα χαλαρούς (πώς τα καταφέρνουν άραγε) πελάτες, επισκέψεις σε πολυκινηματογράφους και δείπνα πότε στο Βλάχο στο Τσινάρι και πότε στο Σαρκ στη Σοφούλη. Πάντα οι δυο μας και πάντα με έναν μακρύ κατάλογο θεμάτων προς συζήτηση, που φαινόταν τόσο ατέλειωτος, όσο το μαρτύριο του Σίσυφου.
Γι αυτό δεν είναι ανάγκη να σας διηγηθώ με λεπτομέρειες αυτούς τους μήνες. Είμαι σίγουρος ότι τους ζήσατε όλοι.
Πάμε στη «Μπέμπα». Ας αρχίσουμε από κάτω: Πόδια κορμοί δένδρων. Κώλος αεροδρόμιο. Το Ελ Βενιζέλος! Μέση ανύπαρκτη. Στήθος, όπως το στήθος κάθε πενηντάρας: στα πρόθυρα της απομάκρυνσης από το υπόλοιπο σώμα. Υποταγμένο στο νόμο της βαρύτητας. Αλλά όλα αυτά ήταν τα καλά της σημεία.
Κεφάλι… Ω Θεέ μου! Κεφάλι. Δυστυχώς υπήρχε. Και είχε και στόμα. Μάλλον δεν είχε ένα στόμα. Είχε έναν στόμα. Ο στόμας της δεν έλεγε να κλείσει. Ποιος είναι ο ηλίθιος που είπε ότι πιο γρήγορα από όλους στον κόσμο μιλούν οι Γάλλοι; Την «Μπέμπα» την άκουσε;
Και δεν ήταν ότι μιλούσε. Ήταν ότι έλεγε αυτά που έλεγε. Από εκεί που την πρώτη φορά ήταν μια αμίλητη κυρία, που έβλεπε την κόρη της να βγαίνει ραντεβού μ έναν μαντράχαλο άγνωστο, επαγγέλματος ιδιωτικός υπάλληλος («α, υπάλληλος», είπε, ξινισμένα, με στιλ Γεωργίας Βασιλειάδου στη Θεία από το Σικάγο) και που νόμιζες –ακόμη- ότι είχες να κάνεις με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, έπρεπε να το είχα καταλάβει. Αυτό το πλάσμα με το μαλλί κουνουπίδι, τα διαρκώς κινούμενα μάτια, που σε περνούσε ακτινογραφία με το που έμπαινες από την πόρτα, δεν ήταν δυνατό να παίζει το ρόλο του Μιχαήλ. Έπαιζε το ρόλο του φιδιού.
Η «Μπέμπα» δεν πήγαινε ποτέ στα μπουζούκια. Όχι ότι δεν της άρεζαν. Προτιμούσε, όμως, να κλαίγεται, ότι γι αυτήν πέρασαν τα χρόνια, ότι κάποτε ήταν όλο γλέντια και χαρές, ότι τώρα που έχει δύο κόρες της παντρειάς δεν είναι για τέτοια, ότι γέρασε, ότι γυναίκες στην ηλικία της είναι για να μένουν στο σπίτι, να πλένουν κανένα ρούχο, να ετοιμάζουν ένα πιάτο φαΐ στον ανδρούλη τους.
Η «Μπέμπα» δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία. Όχι ότι δεν ήταν γυναίκα του Θεού. Και το σπίτι θυμιάτιζε κάθε απόγευμα. Και το σταυρό της έκανε όταν καθόταν για φαγητό. Προτιμούσε, όμως, να οργανώνει τις μικρές ιδιωτικές της θρησκευτικές τελετές. Καλούσε κάθε μήνα παπά στο σπίτι για αγιασμό, έκανε παρακλήσεις σε εκκλησάκια απανταχού της ελληνικής γης με παρόντες πιστούς την ίδια, τον άνδρα της και τις δύο κόρες. Έφτιαχνε τη Φανουρόπιτά της, τη Βαρβάρα της, τα τσουρέκια της, τη βασιλόπιτά της. Αντί για το Πάτερ Ημών, προτιμούσε να διαβάζει την Αγία Επιστολή. Ένα γράμμα το οποίο υποτίθεται ότι έγραψε ο Χριστός. Τώρα σε ποιον το έδωσε, θα σας γελάσω. Σε ποιον το έστελνε, πάλι θα σας γελάσω. Το σίγουρο είναι ότι κάποιος το πήγε το γράμμα και έφθασε και στα χέρια της «Μπέμπας».
Μπορεί η «Μπέμπα» να μην πήγαινε πουθενά, αλλά το σπίτι της ήταν πάντα ανοιχτό. Όχι σε όλον τον κόσμο, βέβαια. Η πόρτα παρέμενε κλειστή στην αδελφή της και στην αδελφή του άνδρα της «επειδή αυτοί πήραν τα κτήματα τα καλά και σ εμάς που έχουμε δυο κορίτσια να παντρέψουμε, δεν έμεινε να πάρουμε τίποτα». Άνοιγε, όμως, διάπλατα, σε κάθε προϊστάμενο του άνδρα της.
Η «Μπέμπα» είχε, ομολογουμένως, ένα μεγάλο χάρισμα. Μπορούσε να σε κάνει να πιστέψεις ότι ήθελες αυτό που σκόπευε να σου δώσει. Ας πούμε τα γιουβαρλάκια. Μισώ τα γιουβαρλάκια. Τα βλέπω και μου γυρνάνε τα άντερα. Η ιδέα ότι μερικοί κεφτέδες ξεστράτισαν και αντί να ανακατευθούν με τη σάλτσα και να σερβιριστούν με γαρνί πατάτες τηγανητές, αποφάσισαν να γίνουν σούπα, σαν κακαβιά, με απωθεί. Ακόμη κι έτσι πως γυρνάνε, με την κουτάλα και ξεπροβάλουν το ένα μετά το άλλο στο θολό ζουμί τους, μου θυμίζουν τη σούπα που σέρβιρε στο Ιντιάνα Τζόουνς το 2 ο Ινδός μαχαραγιάς και την ανακάτευε εκείνη η ξανθιά (η μετέπειτα κυρία Σπίλμπεργκ) και πετάγονταν κάτι μάτια. Ε λοιπόν, αυτό το φαΐ που μισούσα, το έφαγα δεκάδες φορές από τα χεράκια της «Μπέμπας». Κι έπεισε και την κόρη της, ότι μου αρέσει. Έτσι έτρωγα γιουβαρλάκια και από τα χεράκια της Αθανασίας.
Αλλά θα μου πείτε, εδώ με έπεισε να παντρευτώ την κόρη της, δε θα με έπειθε να φάω γιουβαρλάκια;
Αυτή ήταν η Μπέμπα. Προσεχώς διαβάστε: Πώς παντρεύτηκα την Αναστασία. Τι έγινε την πρώτη μέρα του χάνεϊ μουν(μουνί έγιναν τα πράγματα, αλλά να περιμένετε να διαβάσετε). Πώς εξαφανίστηκε ο κουμπάρος. Πώς φθάσαμε στον «τρίτο άνθρωπο». Πόσοι «τρίτοι άνθρωποι» μεσολάβησαν πριν τον «τρίτο άνθρωπο». Πώς έζησα την ωραιότερη μέρα της ζωής μου μαζί με την Αθανασία (ναι, έγινε κι αυτό και την ευχαριστώ). Πώς δηλητηριαστήκαμε κατά τη διάρκεια διακοπών (καταραμένο ΕΣΥ). Πώς έβγαζα, κάθε χρόνο, τα μάτια μου στις διακοπές (με κλαδιά δένδρων κι όχι με γκόμενες, κακοήθεις αναγνώστες). Πώς έγινε το έγκλημα. Πώς παρασύρθηκα σε ακολασίες. Πώς διαπίστωσα ότι τραβούσα ένα ζόρι και ποιο ζόρι ήταν αυτό.
Απαντήσεις στα φοβερά ερωτήματα, στην Εσπρέσσο της Δευτέρας, στο δελτίο του Σταρ, στην εκπομπή της Τατιάνας και, φυσικά, στο γνωστό μπλογκ.
Κυριακή, Ιουλίου 23, 2006
H Κατερίνα

Το πως απέπλευσε η Αθανασία, θα το δούμε αργότερα. Τώρα θα δούμε πως κατάπλευσε η Κατερίνα.
Ως θύελλα. Μπήκε υγρή κι έφυγε παρασύροντας σπίτια, αυτοκίνητα, ανθρώπους. Σκέτο τσουνάμι.
Ήμουν, λοιπόν, στη δουλειά. Καινούργιος. Σε νέο περιβάλλον. Έψαχνα να ακουμπήσω κάπου, να γεμίσω ένα συναισθηματικό κενό που έσερνα μαζί μου από πιτσιρίκι και να πω δυο κουβέντες με κάποιον που δεν με κοιτούσε με βλέμα του στιλ "εσύ ρε κωλόπαιδο ήρθες για να μου φας τη θέση";
Βρεθήκαμε στο φωτοτυπικό. Ήθελε να βγάλει φωτοτυπίες. Κι εγώ το ίδιο. Της παραχώρησα τη σειρά μου. Μετά το βλέμμα μου. Έπειτα την καρδιά μου. Τη ζωή μου. Κι έγινε το ζόρι μου.
Το τι ακριβώς είναι το ζόρι μου, θα το δούμε αργότερα. Λίγα λόγια για την Κατερίνα:
Θύελλα. Αυτό τα λέει όλα. Μπαίνει, σαρώνει, καταστρέφει, ισοπεδώνει. Πώς λέμε ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει; Καμία σχέση.
Χάρηκε που της έδωσα τη σειρά μου. Φωτοτύπησε ό,τι ήθελε κι έφυγε, γυρνώντας μου την πλάτη. Ωραία πλάτη. Κι ωραίος κώλος. Πριν, όμως, είχα δει τα μάτια της. Πετούσαν φλόγες. Μετά πρόσεξα και τα υπόλοιπα.
Παρένθεση. Αυτά για τα μάτια και τις υπόλοιπες μαλακίες, τις γράφω για το γυναικείο κοινό. Ότι και καλά με τράβηξε το βλέμμα της, ότι κοιτούσε και μιλούσαν τα μάτια της κι άλλα τέτοια επικολυρικά. Το γυναικείο κοινό μπορεί να διαβάσει ως εδώ. Από εδώ και κάτω ως το κλείσιμο της παρένθεσης, αυτά που θα γραφούν αφορούν το ανδρικό κοινό. Λοιπόν, παίδες. Είχε έναν κώλο ποίημα. Ακόμη τέτοιος είναι. Ούτε ψωμάκια, ούτε περιττά λίπη, ούτε ίχνος κυτταρίτιδας. Είχε δύο τατού. Το ένα σε μέρος που δεν το έβλεπες ακόμη. Είχε στήθος που χωρούσε σε ποτήρι σαμπάνιας -που λένε και οι Γάλλοι. Ε, μετά, είδα και τα μάτια της. Κλείνει η παρένθεση, επανέρχεται και το γυναικείο κοινό.
Από ύψος δεν έλεγε τίποτα. Δηλαδή, κάτι προσπαθούσε να πει, αλλά δεν... Αργότερα έμαθα ότι έπαιζε βόλεϊ. Προφανώς, αυτοί που μου το είπαν, ήταν τυφλοί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, έπασχαν από καταρράκτη -ίδιο μ αυτόν της Έδεσσας.
Ενώ με την Αθανασία άνοιξα το στοματάκι μου κι έλεγα διάφορες μαλακίες, στην περίπτωση της Κατερίνας δεν είπα κουβέντα. Μούγγα. Η σιωπή του αμνού. Ή, καλύτερα, του βοός. Ούτε μούγκρισμα βγήκε. Έμεινα παγωτό, δίπλα στο φωτοτυπικό, να την βλέπω να εξαφανίζεται στο διάδρομο. Όχι, μην ανησυχείτε. Δεν έγινε καπνός. Απλά απομακρύνθηκε. Αλλά έτσι δεν γράφουν οι συγγραφείς ροζ μυθιστορημάτων;
Τώρα θα μπορούσα να γράψω ότι "από εκείνη τη στιγμή βάλθηκα να την πλησιάσω, να της μιλήσω". Θα ήταν ψέμμα. Ούτε μου πέρασε από το μυαλό. Πήγα και κάθισα στο γραφείο μου, ήσυχα-ήσυχα κι έκανα τη δουλίτσα μου. Όμως, ο διάολος, κατέστρωνε τα δικά του σχέδια. Ή, ο Θεός.
Μη βιαστείτε να πείτε "πήγε εκείνη και του μίλησε". Ούτε έτσι έγινε. Το πράμα περπάτησε αργά. Απελπιστικά αργά. Τόσο που μπροστά του, το Καλημέρα Ζωή του Φώσκολου είναι ταινία του Τζορτζ Λούκας.
Δε σκοπεύω να σας σπάσω τα αρχνεύρα παραθέτοντας όλες τις λεπτομέρειες. Στο κεφάλαιο γνωριμία θα φθάσουμε σχετικά γρήγορα. Αφού πρώτα πούμε τι εστί "Μπέμπα" αλλά και ποιος στην ευχή είμαι εγώ.
Γιατί αυτή η ιστορία είναι, ουσιαστικά, μια μάχη των εγώ.
Λεπτομέρεια: Μπορει την ίδια μέρα να μην είπα κουβέντα, την επομένη όμως, αποφάσισα να μάθω δυο τρια πράγματα για το πλάσμα του φωτοτυπικού. Έτσι πλησίασα το Ρόιτερς του γραφείου. Όχι, δεν ήταν γυναίκα. Άνδρας ήταν. Ο (το ο κεφαλαίο, Ο) Κουτσομπόλης. Αυτό ήταν και το λάθος μου. Μπορεί εγώ να άμαθα ότι ήθελα. Μετά από πέντε λεπτά, όμως, όλο το γραφείο γνώριζε τι γνώριζα και ότι είχα ζητήσει να μάθω αυτά που έμαθα. Με το κατάλληλο αλατοπίπερο, είχαν μία ιστορία αμαρτίας, έρωτα και προδοσίας, την οποία μπορούσαν να διανθίσουν κατάλληλα, σπρώχνοντάς με στο να τους κάνω το χατίρι.
Έμαθα, λοιπόν, ότι η Κατερίνα ήταν από μία επαρχιακή πόλη (ας την πούμε Βόλο, για να θολώσουμε τα νερά), ότι ζούσε μόνη στη μεγάλη πόλη κι ότι έφευγε από το γραφείο πάντα μόνη της. Ότι, μερικές φορές, την περίμενε σγκεκριμένος ταξιτζής και πήγαινε τα βράδια σε συγκεκριμένο μπαράκι.
-Γιατί τόσο ενδιαφέρον;
Ο συνομιλητής μου είχε δώσει. Ήταν ώρα να πάρει. Πούλησε και σκόπευε να αγοράσει.
-Έτσι μωρε, από περιέργεια.
Φράση κλισέ, η οποία δεν πείθει τον συνομιλητή μας. Αντιθέτως, του επιβεβαιώνει όσες υποψίες έχει, όπως, για παράδειγμα, ότι το άτομο για το οποίο ζητήσαμε πληροφορίες, μας γυάλισε για τα καλά.
-Α!
Επιφώνημα κλισέ, το οποίο σου δίνει να καταλάβεις ότι ο συνομιλητής σου δεν πίστεψε κουβέντα από όσα του είπες. Μετά από ένα "α", αποφύγετε να παραδεχτείτε, έστω και στο ελάχιστο, ότι υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον.
-Εντάξει, είναι και νόστιμη...
Είχα κάνει το λάθος.
-Έτσι πες. Όχι μαλακίες σε μένα, από περιέργεια και τέτοιες αηδίες...
Δαγκώθηκα. Με δύναμη. Ήταν, όμως, αργά. Μπήκα στην αίθουσα των γραφείωνκι είχα την εντύπωση ότι με κοίταζαν όλοι. Έσκυψα να δω το φερμουάρ μου. Ήταν κλειστό. Αν με κοιτούσαν, με κοιτούσαν για άλλο λόγο. Άρα γνώριζαν... Άρα...
Έτσι αποφάσισα να μην ξανασχοληθώ με το θέμα Κατερίνα. Το θέμα θα ασχολούνταν μαζί μου, μετά από μία σατανική σύμπτωση.