Κυριακή, Αυγούστου 13, 2006

Ανάσες...


Ναι, σκοπεύω να πάρω ανάσες. Ειδικά μετά το κατεβατό της περασμένης φοράς, το οποίο, σημειωτέον, μου βγήκε μέσα σε λίγα λεπτά. Το άφησα έτσι, όπως μου βγήκε, χωρίς διορθώσεις. Γι αυτό και, όπως διαπίστωσα, δεν το διάβασε κανείς.
Γι αυτό, λοιπόν, θα πάρω ανάσες με την ησυχία μου. Κι εσείς θα ψήνεστε από αγωνία (που λέει ο λόγος) για την Αθανασία και τη «Μπέμπα».
Τα νέα του φοβερού τριγώνου (και το πώς έγινε τετράγωνο) από Σεπτέμβριο.
ΥΓ. Η εικονιζόμενη κυρία δεν είναι ούτε η μία, ούτε η άλλη. Πολύ περισσότερο, δεν είναι η «Μπέμπα»

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Η ζωή με την Αθανασία

Η ζωή με την Αθανασία, πήγαινε καλά. Σηκωνόμασταν το πρωί, κάναμε γαλλικό καφέ, τον πίναμε στα γρήγορα ενώ η τηλεόραση έπαιζε κάτι ενημερωτικό, μπαίναμε στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε στη δουλειά. Στο δρόμο τσακωνόμασταν γι αυτά που έπρεπε να κάνουμε και δε θα προλαβαίναμε.
Στη δουλειά, έκανε εκείνη τη δουλειά της κι εγώ τη δική μου. Μερικές φορές τη φόρτωνα με τη δουλειά μου κι άλλες φορές με φόρτωνε με τη δική της. Στη δουλειά τσακωνόμασταν γι αυτά που είχε αφήσει ο καθένας να κάνει ο άλλος -κι εκείνος δεν τα είχε κάνει.
Μετά τη δουλειά, εγώ πήγαινα σε δεύτερη δουλειά, επειδή οι δύο μισθοί δε μας έφθαναν ούτε για ζήτω. Εκείνη πήγαινε στο σπίτι και μ έπαιρνε τηλέφωνο, για να τσακωθούμε γι αυτά τα πράγματα που είχαμε αναλαλάβει να κάνουμε, αλλά δεν προλαβαίναμε.
Αφού τελείωνα τη δεύτερη δουλειά επέστρεφα στο σπίτι. Εκεί δεν τσακωνόμασταν για τα πράγματα τα οποία έπρεπε να κάνουμε και δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε. Κι αυτό επειδή εκεί βρισκόταν η "Μπέμπα", ο άνδρας της και η άλλη κόρη της. Κάθε βράδυ. Κι έφευγαν μία ώρα μετά από την δική μου επιστροφή. Λες και είχαν καταπιεί από ένα Ταγκ Χόγκερ ο καθένας.
Εγώ έπρεπε να είμαι ευγενικός. Τι κι αν με το που επέστρεφα ήθελα να βγάλω παπούτσια, κάλτσες και παντελόνι, για να κυκλοφορώ με το σόβρακο; Ήταν αδύνατο. Εκτός κι αν ήθελα να χαρακτηριστώ αγενής. Καθόμουν, λοιπόν, με το παντελόνι, τις κάλτσες, τα παπούτσια, το πουκάμισο και τη γραβάτα (λες και ήμουν βουλευτής! Γιατί μόνον οι Έλληνες βουλευτές κάθονται στο σπίτι τους ντυμένοι ωσάν να βρίσκονται σε απογευματινό τέιον της φιλοπτώχου). Άκουγα ό,τι νεώτερο υπήρχε να αγοράσουμε για να βελτιώσουμε το σπίτι. Έπρεπε να ακούσω κι όλα τα νέα της αγαπημένης ομάδας του άνδρα της "Μπέμπας" κι ας ήταν ο μισητός αιώνιος αντίπαλος της δικής μου ομάδας.
Φορούσα το χαμόγελο του μαλάκα (ξέρετε, αυτό που χαμογελάς μεν, αλλά δεν χαμογελάς ακριβώς. Σα να είσαι στην τουαλέτα και κάτι δυσκολεύεται να βγει για να πάρει το δρόμο προς τον υπόνομο και εσύ πρέπει να κάνεις ησυχία, γιατί έχεις καλεσμένους στο σπίτι).
Α! Αυτό συνέβη. Κι όχι μόνον μία, ή δύο φορές. Ξέρεις τι είναι να έχεις επιστρέψει από τη δουλειά, να θέλεις να πας στην τουαλέτα και να κάτσεις εκεί με τις ώρες, επειδή δεν το φχαριστήθηκες το πρωί, να ελευθερωθείς με όσο θόρυβο μπορείς κι εσύ να μην μπορείς; Να κάθεσαι στην λεκάνη και να σταματάς ό,τι βγαίνει θορυβωδώς; Να προσπαθείς να μην ακουστεί ο χαρακτηριστικός ήχος "μπλουμ"; Για δοκιμάστε! Φάτε ρύζι δυο μέρες και δοκιμάστε! Κι αν τα καταφέρετε, γράψτε πώς το κάνατε, για να το κάνω κι εγώ...
Και -το σημαντικότερο- ξέρετε τι είναι να θες να δεις τηλεόραση, την ταινία που περίμενες πώς και πώς, η οποία (σημειωτέον) έχει και τις γυμνές σκηνούλες της και να πρέπει να δεις κάτι ουδέτερο για να μην ακούς σχόλια του στιλ "κοίτα, κοίτα τι δείχνουν! Μα δεν ντρέπονται";
ΟΧΙ! Αυτοί δεν ντρέπονται! Θέλουν να δείχνουν τέτοιες ταινίες κι εγώ θέλω να τις βλέπω! Να κάθομαι με το βρακί στον καναπέ, μισοξαπλωμένος μισοκαθιστός, κάτι ανάμεσα στον ξαπλωμένο Βούδα και τον καθιστό Βούδα, να ξύνω ό,τι θέλει ξύσιμο, να γελάω όσο δυνατά θέλω, να φωνάζω όποιον θέλω για να δούμε την ταινία μαζί και, κυρίως, να έχω τα φώτα κλειστά! Να μου θυμίζει η όλη φάση λίγο κινηματογράφο, αφού λόγω δουλειάς, δεν μπορούσα να χωθώ σε μια σκοτεινή αίθουσα.
Αλλά ούτε αυτό δεν γινόταν. Διότι "πώς είναι δυνατό να σβήνουμε τα φώτα όταν έχουμε επισκέπτες"; Έτσι ήμασταν σαν Ιερός Ναός το Πάσχα. Φώτα στο ταβάνι, επιδαπέδια φωτιστικά και κεριά, όλα αναμμένα.
Α! Αυτό το είχα ξεχάσει! Το λιβάνι... Αγαπητέ αναγνώστη (αλήθεια, υπάρχεις; Τώρα τελευταία δεν παίρνω ούτε ένα σχόλιο για τα Blogs μου) έχω καλή σχέση με τη θρησκεία. Καλώς ή κακώς, πιστεύω. Όμως, όταν ερχόταν η "Μπέμπα" καταπάνω μου, με το θυμιατό στα χέρια, να μου ρίξει τον καπνό στα μούτρα, κι εγώ να σταυροκοπιέμαι σα γιαγιά τον 15αύγουστο, σκεφτόμουν: "Γιατί Θεέ μου δε γεννήθηκα στη Τζακάρτα; Να είμαι ταοϊστής, μαοϊστής, βουδιστής, Σαολίν, σιίτης, σουνίτης, κοπρίτης, αλλά όχι αυτό το πράγμα που πρέπει να δείχνω"!
Και να ήταν μόνον το λιβάνι; Ήταν και τα ευχέλαια! Κάθε εξάμηνο, το σπίτι γέμιζε συγγενείς που δεν είχα ματαδεί ποτέ στη ζωή μου. "Από δω ο θείος Ανάργυρος κι αυτή η θεία Κούλα. Τους θυμάσαι";
ΟΧΙ! Δεν τους θυμάμαι! Γιατί να τους θυμάμαι δηλαδή; Ένα παχουλό ζευγάρι από το χωριό είναι. Εκείνος ακούει Πέγκυ Ζήνα κι εκείνη βλέπει Φέιμ Στόρι. Εκείνος με σκουντούσε με τον αγκώνα του δεξιού του χεριού κι έλεγε, κλείνοντας το μάτι: "Ανηψούδι, πότε θα πάμε στα μπουζούκια; Να σε κυκλοφορήσω, ντε"! Κι εκείνη, έπαιρνε το λόγο: "Άσε το παιδί, που θα τρέχετε στις καμπαρετζούδες, να το κάνεις σαν τα μούτρα σου! Πες μου ανηψιέ, αυτή η Δρούτσα, γιατί τα φέρεται έτσι τα καϋμένα τα παιδιά; Τι της έκαναν; Κι εκείνος ο κακιασμένος, ο Μουρατίδης, δε βλέπει τα χάλια του; Που θα πει για τη Νικόλ κακό λόγο; Που να βγάλει κακό σπυρί, να βγάλει. Και να μην προλάβει να δει χαρά στα σκέλια του"!
Κι εγώ, εκεί! Στον καναπέ. Να χαμογελάω ηλιθιωδώς. Να λέω στον έναν: "Μωρέ δεν τα πάω πολύ τα μπουζούκια". Και να λέω στην άλλη: "Ξέρεις, θεία, δεν βλέπω την εκπομπή"...
-Δε βλέπεις την εκπομπή;!;! Άνοιγε τα μάτια της διάπλατα, λες και της είχα πει ότι είμαι αδελφή και το έκρυβα από όλους επί 35 συναπτά έτη.
Πώς να δικαιολογηθώ εγώ που δεν έβλεπα το ριάλιτι; Ποία η θέσις μου εις αυτήν την κοινωνίαν; Εις ποίαν ζωήν έχω περιέλθει; Πώς θα επανέλθω στον δρόμο τον σωστό, τον τίμιο;
"Δηλαδή, τι βλέπεις στην τηλεόραση", ερχόταν η αμείλικτή ερώτηση.
-Να, καμια ταινία, αθλητικά, τέτοια πράματα...
"Ταινία; Είχε μια με τον Τσακ Νόρις, καταπληκτική, χθες. Την είδες;"
-Όχι, είχε μια κινέζικη στο συνδρομητικό και...
"Εγώ δεν μπορώ να δω κινέζικες. Δεν καταλαβαίνω ποιός είναι ποιος... Όλοι ίδιοι είναι"!
Τώρα, ποιος μιλάει, ο θείος ή η θεία, θα σας γελάσω. Κι ο ένας κι ο άλλος, τα ίδια έλεγαν. Αν δεν ταιριάζανε, δε θα συμπεθεριάζανε.
Κι εκείνη την ώρα, ερχόταν η λύτρωση: ο παπάς. Για το ευχέλαιο. Και δώστου να ψέλνει, δώστου να σκύβουμε, να κρατάμε τα κεριά καταμεσίς του σαλονιού σαν τους σατανιστές, να ευλογεί εκείνος, να σταυροκοπιόμαστε εμείς, να βλέπουν οι γειτόνοι από τα παράθυρα. Να σχολιάζουν την άλλη μέρα: "Έχετε κάποιο πρόβλημα στο σπίτι; Κάποιον άρρωστο; Είδαμε παπά".
Είδαν παπά -άλλοι καλύτεροι κι αυτοί- και αναρωτήθηκαν αν έχουμε κάποιον άρρωστο. Αν έβλεπαν ασθενοφόρο, με τη λογική τους, θα έπρεπε να αναρωτηθούν αν μας χάλασαν τα υδραυλικά.
Βέβαια, βγαίναμε κι έξω. Εκεί την είχα σκίσει τη γάτα. Δεν βγαίναμε με συγγενείς. Βγαίναμε μόνοι, με κάποιους φίλους. Δόξα τω Θεώ.
Πάλι δεν γλίτωνα τις εκπλήξεις. Σκεφτείτε ότι, την πρώτη μέρα μετά το γάμο, είπαμε να αποδράσουμε σε επαρχιακή ορεινή πόλη, γιατί η μάνα μου ήθελε να έρθει, πρωί πρωί, στο σπίτι, να κεράσει γλυκό τη νύφη, να ΄ναι τα λόγια τους γλυκά. Δεν της κάναμε το χατίρι (αλλά ΑΝ με διαβάζετε, κι ΑΝ η δική σας μάνα ζητήσει κάτι παρόμοιο, κάντε της τη χάρη. Γιατί από εκείνη τη μέρα, τα λόγια νύφης και πεθεράς, μόνον γλυκά δεν ήταν) και εκδράμαμε. Κι εκεί που πήγαμε, ποιον βρήκαμε; Ναι, σωστά! Τη "Μπέμπα". Πέντε ώρες μετά το γλέντι του γάμου, είπε να πάει στην ίδια ορεινή πόλη που πήγαμε κι εμείς... Έτσι είναι τα μεγάλα πνεύματα. Συναντώνται. Αλλά τότε δεν ήθελα να πιστέψω ότι τα πνεύματα της Αθανασίας και της "Μπέμπας" ήταν ίδια -κι απαράλλαχτα.
Αλλά πριν από όλα αυτά, υπήρξε ο γάμος...

Το μυστήριο


Ε, ρε γλέντια. Γειά σου μπαμπάκο! Γειά σου οικογένεια! Αν εξαιρέσεις το ότι στην εκκλησία πήγα μόνος, οδηγώντας το αυτοκίνητό μου και σκεπτόμενος το σύνθημα των γηπέδων "από πού θα φύγετε", όλα καλά.
Το μυστήριο έγινε σε μεγάλη βυζαντινή εκκλησία. Το νυφικό νοικιάστηκε από γνωστό οίκο. Οι μπομπονιέρες και ο στολισμός του ναού ήταν του κουμπάρου. Δεν τσιγκουνεύτηκε. Πού να ΄ξερε. Ο φωτογράφος ήταν γνωστός. Το ίδιο κι αυτός που τραβούσε βίντεο (σημείωση: μετά το γάμο, βγάλτε φωτογραφίες και βίντεο σε δύο αντίτυπα. Δώστε το ένα στους γονείς σας. Γιατί αν φθάσετε στο τρίτο σκαλοπάτι του έγγαμου βίου -διαζύγιο- θα μείνετε χωρίς φωτογραφίες και χωρίς βίντεο. Θα σας δοθεί μόνον η ατάκα "τι να το κάνεις; Αν νοιαζόσουν γι αυτά, δεν θα έπαιρνες διαζύγιο"!).
Το μυστήριο ολοκληρώθηκε χωρίς απρόοπτα. Ήταν τόσο χαρούμενη, που ξέχασε να με πατήσει, όταν ο παπάς είπε το γνωστό "η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα". Ζήτησε από τον παπά να το ξαναπεί, αλλά εκείνος ανένδοτος: "Μα είσαι καλά κόρη μου; Έλα σε παρακαλώ και περιμένει κι άλλος γάμος"! Έτσι τη γλίτωσαν τα λουστρίνια μου.
Μετά πήγαμε στο γραφείο για τις υπογραφές. Υπέγραψα εγώ, εκείνη, ο κουμπάρος κι η γυναίκα του κουμπαρου, ο παπάς κι ο ψάλτης. Όχι, ο νεοκώρος δε χρειάστηκε να υπογράψει. Πήραμε τα αντίγραφα, τα ασφαλίσαμε σε ειδική θυρίδα στην τράπεζα και φύγαμε για τις φωτογραφίες.
Για τους χαιρετισμούς τι να πω; Όπως σε όλους τους γάμους. Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ, και στα δικά σας, και στα δικά σου, α, η θεία Ευαγγελία, πόσο καιρό έχω να σε δω, ευχαριστώ, ευχαριστώ, α, κι εσείς εδώ, αγάπη μου, ο θείος Νεκτάριος, ευχαριστούμε, ευχαριστώ, και στις χαρές της Ελενίτσας μας, ευχαριστώ, να είστε καλά, ευχαριστώ. Δεν αισθανόμουν το δεξί μου χέρι για τρεις μέρες. Κι εκείνοι, από την άλλη πλευρά, τα ίδια. Να σας ζήσουν, να σας ζήσουν, να σας ζήσουν, να σας ζήσουν, πάντα άξιος, πάντα άξια, να ζήσετε, να ζήσετε. Με τη σειρά είμασταν στημένοι Μπαμπάς, μαμά, πενθερός, πενθερά (όπως ακανθόχοιρος), κουμπάρος, κουμπάρα, εκείνη κι εγώ. Γι αυτό σας είπα, δεν έχει αξία να περιγράψω χαιρετισμούς. Αν εξαιρέσετε ότι φίλος κολλητός έβαλε το χέρι του ανάμεσα στο δικό μου, από πίσω και χαιρέτισε καμιά εικοσαριά συγγενείς, όταν είχα κουραστεί, δεν έγινε κάτι το αξιοσημείωτο.
Και πήγαμε για φωτογραφίες. Και βγήκαμε κατά σειράν: Εγώ κι εκείνη. Εκείνη. Εγώ. Εγώ κι εκείνη καθιστή. Εγώ καθιστός κι εκείνη. Εγώ εκείνη κι ο κουμπαρος. Εγώ εκείνη κι η κουμπάρα. Εγώ, εκείνη, ο κουμπάρος, η κουμπάρα. Εγώ. Πάλι εγώ, γιατί στην προηγούμενη είχα κλείσει τα μάτια. Εκείνη καθιστή. Εκείνη στο πάτωμα, σαν τη Βίσση, με το νυφικό μια ομορφιά γύρω της. Ο κουμπάρος μόνος του, επειδή ζήλεψε. Η κουμπάρα μόνη της, επειδή δεν είχε παρόμοια φωτογραφία. Εγώ μέχρι τη μέση. Εκείνη μέχρι τη μέση. Ο κουμπάρος μέχρι τη μέση. Η κουμπάρα μέχρι τη μέση. Και οι τέσσερις μέχρι τη μέση. Ε, αυτά... Τέλος οι φωτογραφίες.
Να και η ώρα του γλεντιού... Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα. Διότι, όπως καταλάβατε, ακούω δημώδη και λαϊκά και θέλω να πάρω το τρένο να πάω μετανάστης στη Γερμανία. Γιατί καλύτερα να ακούω Βάγκνερ, παρά Βασίλη Καρά. Αλλά στο γάμο, αν βάλεις Βάγκνερ, κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς ψωνάρα. Ένα βαλς περιλαμβάνει το πρόγραμμα -κι έξω από την πόρτα.
Κατά πρώτον, περιγραφή του κέντρου: ΚΤΕΛ. Έχετε δει εγκαταστάσεις του ΚΤΕΛ στην επαρχία; Με σιδερένιες καρέκλες και τραπέζια ξύλινα, με σιδερένια πόδια σε μωσαϊκό; Ε, αυτό ακριβώς. Στη μία πλευρά, πίστα. Υπερυψωμένη, να σε βλέπουν καλά όλοι, όταν μιμείσαι τον Σειληνό στις Θαλασσιές Χάντρες. Πίσω ορχήστρα. Μπουζούκι, κιθάρα, κρουστά, αρμόνιο, μπάσο, τραγουδιστής, τραγουδίστρια. Παντού λουλούδια. Που, από τη ζέστη, έγιναν σαν τη Ντονατέλα Βερτσάζε (πριν το 24 ο λίφτινγκ). Γύρω-γύρω οι συγγενείς. Στο τσακίρ κέφι. Πιωμένοι. Σουρωμένοι λες και δεν είχαν ξαναπιεί ποτέ. Άλλος να γελάει, άλλος να κλαίει, άλλος να χορεύει, άλλος να τραγουδάει, άλλος να χύνει σαμπάνια στην πίστα και να βάζει φωτιά, άλλος να καίει πεντοχίλιαρα (δεν τα έδινε σε μας, τουλάχιστον, να πιάσουν τόπο), άλλος να τον κρατάει να μην κάψει τα πεντοχίλιαρα, άλλος να παρεξηγιέται για τη θέση που τον έβαλαν να καθίσει ("μα καλά, ρε Σουλτάνα, εμάς έβαλαν δίπλα στην τουαλέτα και την αχώνευτη την Θοδώρα με τον Παντελή δίπλα στο τραπέζι της νύφης; Τι, σκατά, δώρο τους κάνανε αυτοί, δηλαδή";) κι άλλος να θέλει να φύγει επειδή "πέρασε η ώρα κι αύριο δουλεύουμε, Δευτέρα βλέπεις".
Σ αυτό το σκηνικό κάναμε την είσοδό μας. Κι αρχίσαν όλοι να χτυπάνε με τα πηρούνια τα ποτήρια, λες και θέλανε παραπάνω μερίδα, άλλοι να χειροκροτάνε λες και μπήκε ο ΠΑΟΚ στο γήπεδο, άλλοι να γελάνε και κάτι σιτεμένες θείες να κλαίνε (από συγκίνηση). Περπατήσαμε ως την πίστα κι έπεσε το γνωστό βαλς.
Το πρώτο σοκ: ο γαμπρός δεν χορεύει. Ένας ψίθυρος σηκώθηκε από τα πρώτα τραπέζια κι έφθασε ως τα τελευταία... Ναι, δε χορεύω. Δεν είμαι ο Ζορμπάς, ούτε ο Φώτης Μεταξόπουλος. Τσάτρα πάτρα, έκανα πέντε έξι βήματα του βαλς (βήματα να τα κάνει ο θεός, αν μ έβλεπε ο Νουρέγιεφ θα είχε αυτοκτονήσει πάραυτα) και ζήτησα ευγενικά να καθίσουμε.
Αμ δε... Έπρεπε να κόψουμε την τούρτα. Είχαμε αργήσει κι όλοι είχαν φάει. Εκεί να δείτε κόλπα και τζέρτζελο. Να σταυρώνουμε τα χέρια, να κόβουμε ένα κομματάκι (το πρώτο βγήκε μικρό. Κόψαμε δεύτερο, βγήκε μεγάλο. Με την τρίτη τα καταφέραμε. Όπως και με τις βόμβες), να σταυρώνουμε τα κουτάλια, να σταυρώνουμε τα ποτήρια για να πιούμε σαμπάνια.
Αφού τελείωσαν τα ακροβατικά, καθίσαμε. Για πόσο, όμως; Για δύο, τρία λεπτά το πολύ. Γιατί η ορχήστρα άρχισε να παίζει το γνωστόν δημώδες "Ωραία είν' η νύφη μας, ωραία τα προικιά της".
Κι άντε πάλι στην πίστα. Εγώ, εκείνη, ο κουμπαρος, η κουμπαρα, πέντε θείες, έξι θείες, οκτώ ξαδέλφες δικές μου, δέκα δικές της, δεν ξέρω πόσοι ξάδελφοι δικοί μου, καμια δεκαριά δικοί της, ο αδελφός μου κι η νύφη μου, η αδελφή της, η μάνα μου, ο πατέρας μου, η μάνα της, ο πατέρας της, επτά φίλοι δικοί μου (που βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν πλάκα) καμιά εικοσαριά φίλες της), έξι παλιοί συμμαθητές, εικοσιπέντε συνάδελφοι από το γραφείο. Όλη αυτή η κουστωδία πιάστηκε χεράκι χεράκι και χόρεψε έναν χορό που, συρτό δεν τον έλεγες, καλαματιανό δεν τον έκανες, πατητό δεν μπορούσες να τον αποκαλέσεις. Αλλά και συρόμενος έγινε (συρόμενος ήμουν εγώ, που με πήγαιναν και μ έφερναν δύο βήματα δεξιά κι ένα αριστερά) και πατητός έγινε (αφού έτσι όπως πήγαινα σαν τον Πινόκιο που του κόπηκαν τα σχοινιά με πάτησε και αυτός που ήταν δεξιά μου και αυτός που ήταν αριστερά μου και αυτός που ήταν μπροστά μου -γιατί, ξέχασα να σας πω, όλοι αυτοί οι Μπαρίσνικοφ, δε χωρούσαν σε έναν κύκλο κι έκαναν έναν μπροστά μου και δεν ξέρω πόσους πίσω μου).
Και τον καλαματιανό χόρεψα και ποντιακά χόρεψα και θρακιώτικα και νησιώτικο μπάλο. Πώς; Μα, με τον ίδιο τρόπο. Μόνον στον μπάλο τα μπέρδεψα, γιατί εκεί δεν κάναμε κύκλο, αλλά ήμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον, σαν τους καουμπόηδες.
Κι ενώ εκείνη πήγε κι άλλαξε, εγώ έμεινα με το γαμπριάτικο και το γιακά να μου χαράζει το λαιμό και τη γραβάτα, φασκιωμένος.
Και περνούσαν οι ώρες και φθάσαμε και στα σκυλοτράγουδα. Κι έπρεπε να σηκωθώ να χορέψω ζεϊμπεκιά! Ποιός, εγώ... Που ακούω το "σαν τον αητό είχα φτερά, ό ό ό, και πέταγα και πέταγα πολύ ψηλά" και αλλάζω δρόμο και πεζοδρόμιο. Και, για κακή μου τύχη, αυτό τραγούδησε ο νεαρός με τη βαθιά φωνή και το μωβ αστραπτιζέ σακάκι και την οινοπνευματί γραβάτα.
Σηκώθηκα, λοιπόν, ορθώς, στάθηκα στο κέντρο της πίστας, άπλωσα τα χέρια σε τέλεια έκταση κι άρχισα τα μάγκικα βήματα. Ένα μπροστά, ένα πίσω, ένα δεξιά, ένα αριστερά. Έτσι έμενα στην ίδια θέση. Κι έσκυψα προς τα μπροστά κι άκουσα ένα κρατς. Ευτυχώς, δεν ήταν το παντελόνι. Η μέση ήταν, καθότι αθλητικός τύπος ο δικός σου (μπιρίμπα, το αγαπημένο μου άθλημα). Και να σκύβω να χτυπώ το πάτωμα και να φέρνω φούρλες, σαν περιστρεφόμενος δερβίσης. Και κάποια στιγμή είπα να πηδήσω, να χτυπήσω στον αέρα το παπούτσι. Το κανα. Ο ιπτάμενος σαολίν. Προσγειώθηκα κακήν κακώς, τρέξαν οι συγγενείς, με συγκράτησαν μη σωριαστώ στην πίστα και γίνω ένα με το μωσαϊκό. "Μέθυσε, μέθυσε", με δικαιολόγησαν. Και μου δώσαν και τσιγάρο. Και χόρευα με αναμμένο τσιγάρο, να μπαίνει ο καπνός στα μάτια και να δακρύζω. "Συγκινήθηκε", είπαν και δώστου παλαμάκια.
Και τότε... Αχ τότε... Είπα να κάνω εκείνο το κόλπο, που περνάς το πόδι πάνω από έναν που χτυπάει παλαμάκια, να σηκωθεί αυτός να χορέψει. Έλα, όμως, που δεν το υπολόγισα σωστά. Σήκωσα το πόδι. Όχι πολύ. Ή, τουλάχιστον, έπρεπε να το σηκώσω περισσότερο. Και πήγε το πόδι κι έδωσε μια στον κουμπάρο από το δεξί μάγουλο, που δεν ήθελε άλλο. Τον πήραν τα αίματα, σταμάτησε η ορχήστρα, έτρεχε η κουμπάρα "Κώστα μου, Κώστα μου", εγώ σα χαμένος, "αμάν ρε κουμπάρε, είσαι καλά" κι εκείνος να χαμογελάει, με το στόμα ανοικτό, ματωμένο, και δυο δόντια λιγότερα.
Αμ, ούτε έτσι τέλειωσε το γλέντι. Γιατί μετά έπρεπε να χορέψει ζεϊμπέκικο κι η νύφη. Και μετά όλοι μαζί τσιφτελέλι. Και χασαποσέρβικο. Και καρσιλαμά. Και (ωχ Θεέ μου) τουίστ. Και ροκ εν ρολ. Και ντίσκο. Και ξανά ζεϊμπέκικο. Και ξανά τσιφτετέλι... Ως τις πέντε το πρωί

Κυριακή, Ιουλίου 30, 2006

Η Μπέμπα


Τη «Μπέμπα» τη γνώρισα μερικούς μήνες μετά την Αθανασία. Και υπήρχε ένας καλός λόγος γι αυτό: ήταν η μάνα της Αθανασίας. Η «Μπέμπα» είχε μια περίεργη ιδιότητα: Όταν τη γνώριζες για πρώτη φορά έλεγες πως είχες γνωρίσει τον πιο γλυκό άνθρωπο στη γη. Μέρα με τη μέρα αντιλαμβανόσουν ότι ο άγγελος μπροστά σου ήταν έκπτωτος. Κόρη του Βελζεβούλη.
Ίσως έπρεπε να διηγηθώ πρώτα το πώς πέρασαν αυτοί οι τέσσερις μήνες. Αλλά όλοι ξέρετε. Όπως περνούν οι πρώτοι μήνες γνωριμίας δυο ερωτευμένων ανθρώπων. Πρώτα βγαίνουν σε απίθανα μέρη, ο ένας λέει μαύρο ο άλλος άσπρο, ο ένας τρώει μακαρονάδες κι ο άλλος νερόβραστα χορταρικά, ο ένας τρελαίνεται για κοντοσούβλια κι ο άλλος για φιλέ μινιόν, ο ένας τρώει με τα χέρια κι ο άλλος με πέντε ειδών κουταλομαχαιροπήρουνα, ο ένας λατρεύει τον Σταλόνε κι ο άλλος τον Λιντς, ο ένας ακούει Ντιπ Πέρπλ κι ο άλλος Μαντόνα. Κι όταν ο ένας λέει στον άλλον τις προτιμήσεις του, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.
Έτσι κι εγώ με την Αθανασία. Τρελαινόμουν για γύρο πίτα τζατζίκι κι εκείνη έτρωγε σκόρδο και πάθαινε αναφυλαξία. Έβλεπα το Θίασο του Αγγελόπουλου κι εκείνη θεωρούσε βαριά κουλτούρα το Χρώμα Πορφυρό. Άκουγα (στα καλά μου) Κουίν και (στις μαύρες μου) Πινκ Φλόιντ κι άκουγε (στα καλά της) Πάριο και (στις μαύρες της) Εντίθ Πιάφ. Διάβαζα τις Γυναίκες του Μπουκόφσκι κι εκείνη περίμενε περισσότερα από τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς. Ήταν φανερό: Ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.
Έτσι πέρασαν οι πρώτοι μήνες. Ραντεβουδάκια σε ηλίθιες καφετέριες, σε τρέντι μπαρ με πάντα χαλαρούς (πώς τα καταφέρνουν άραγε) πελάτες, επισκέψεις σε πολυκινηματογράφους και δείπνα πότε στο Βλάχο στο Τσινάρι και πότε στο Σαρκ στη Σοφούλη. Πάντα οι δυο μας και πάντα με έναν μακρύ κατάλογο θεμάτων προς συζήτηση, που φαινόταν τόσο ατέλειωτος, όσο το μαρτύριο του Σίσυφου.
Γι αυτό δεν είναι ανάγκη να σας διηγηθώ με λεπτομέρειες αυτούς τους μήνες. Είμαι σίγουρος ότι τους ζήσατε όλοι.
Πάμε στη «Μπέμπα». Ας αρχίσουμε από κάτω: Πόδια κορμοί δένδρων. Κώλος αεροδρόμιο. Το Ελ Βενιζέλος! Μέση ανύπαρκτη. Στήθος, όπως το στήθος κάθε πενηντάρας: στα πρόθυρα της απομάκρυνσης από το υπόλοιπο σώμα. Υποταγμένο στο νόμο της βαρύτητας. Αλλά όλα αυτά ήταν τα καλά της σημεία.
Κεφάλι… Ω Θεέ μου! Κεφάλι. Δυστυχώς υπήρχε. Και είχε και στόμα. Μάλλον δεν είχε ένα στόμα. Είχε έναν στόμα. Ο στόμας της δεν έλεγε να κλείσει. Ποιος είναι ο ηλίθιος που είπε ότι πιο γρήγορα από όλους στον κόσμο μιλούν οι Γάλλοι; Την «Μπέμπα» την άκουσε;
Και δεν ήταν ότι μιλούσε. Ήταν ότι έλεγε αυτά που έλεγε. Από εκεί που την πρώτη φορά ήταν μια αμίλητη κυρία, που έβλεπε την κόρη της να βγαίνει ραντεβού μ έναν μαντράχαλο άγνωστο, επαγγέλματος ιδιωτικός υπάλληλος («α, υπάλληλος», είπε, ξινισμένα, με στιλ Γεωργίας Βασιλειάδου στη Θεία από το Σικάγο) και που νόμιζες –ακόμη- ότι είχες να κάνεις με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, έπρεπε να το είχα καταλάβει. Αυτό το πλάσμα με το μαλλί κουνουπίδι, τα διαρκώς κινούμενα μάτια, που σε περνούσε ακτινογραφία με το που έμπαινες από την πόρτα, δεν ήταν δυνατό να παίζει το ρόλο του Μιχαήλ. Έπαιζε το ρόλο του φιδιού.
Η «Μπέμπα» δεν πήγαινε ποτέ στα μπουζούκια. Όχι ότι δεν της άρεζαν. Προτιμούσε, όμως, να κλαίγεται, ότι γι αυτήν πέρασαν τα χρόνια, ότι κάποτε ήταν όλο γλέντια και χαρές, ότι τώρα που έχει δύο κόρες της παντρειάς δεν είναι για τέτοια, ότι γέρασε, ότι γυναίκες στην ηλικία της είναι για να μένουν στο σπίτι, να πλένουν κανένα ρούχο, να ετοιμάζουν ένα πιάτο φαΐ στον ανδρούλη τους.
Η «Μπέμπα» δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία. Όχι ότι δεν ήταν γυναίκα του Θεού. Και το σπίτι θυμιάτιζε κάθε απόγευμα. Και το σταυρό της έκανε όταν καθόταν για φαγητό. Προτιμούσε, όμως, να οργανώνει τις μικρές ιδιωτικές της θρησκευτικές τελετές. Καλούσε κάθε μήνα παπά στο σπίτι για αγιασμό, έκανε παρακλήσεις σε εκκλησάκια απανταχού της ελληνικής γης με παρόντες πιστούς την ίδια, τον άνδρα της και τις δύο κόρες. Έφτιαχνε τη Φανουρόπιτά της, τη Βαρβάρα της, τα τσουρέκια της, τη βασιλόπιτά της. Αντί για το Πάτερ Ημών, προτιμούσε να διαβάζει την Αγία Επιστολή. Ένα γράμμα το οποίο υποτίθεται ότι έγραψε ο Χριστός. Τώρα σε ποιον το έδωσε, θα σας γελάσω. Σε ποιον το έστελνε, πάλι θα σας γελάσω. Το σίγουρο είναι ότι κάποιος το πήγε το γράμμα και έφθασε και στα χέρια της «Μπέμπας».
Μπορεί η «Μπέμπα» να μην πήγαινε πουθενά, αλλά το σπίτι της ήταν πάντα ανοιχτό. Όχι σε όλον τον κόσμο, βέβαια. Η πόρτα παρέμενε κλειστή στην αδελφή της και στην αδελφή του άνδρα της «επειδή αυτοί πήραν τα κτήματα τα καλά και σ εμάς που έχουμε δυο κορίτσια να παντρέψουμε, δεν έμεινε να πάρουμε τίποτα». Άνοιγε, όμως, διάπλατα, σε κάθε προϊστάμενο του άνδρα της.
Η «Μπέμπα» είχε, ομολογουμένως, ένα μεγάλο χάρισμα. Μπορούσε να σε κάνει να πιστέψεις ότι ήθελες αυτό που σκόπευε να σου δώσει. Ας πούμε τα γιουβαρλάκια. Μισώ τα γιουβαρλάκια. Τα βλέπω και μου γυρνάνε τα άντερα. Η ιδέα ότι μερικοί κεφτέδες ξεστράτισαν και αντί να ανακατευθούν με τη σάλτσα και να σερβιριστούν με γαρνί πατάτες τηγανητές, αποφάσισαν να γίνουν σούπα, σαν κακαβιά, με απωθεί. Ακόμη κι έτσι πως γυρνάνε, με την κουτάλα και ξεπροβάλουν το ένα μετά το άλλο στο θολό ζουμί τους, μου θυμίζουν τη σούπα που σέρβιρε στο Ιντιάνα Τζόουνς το 2 ο Ινδός μαχαραγιάς και την ανακάτευε εκείνη η ξανθιά (η μετέπειτα κυρία Σπίλμπεργκ) και πετάγονταν κάτι μάτια. Ε λοιπόν, αυτό το φαΐ που μισούσα, το έφαγα δεκάδες φορές από τα χεράκια της «Μπέμπας». Κι έπεισε και την κόρη της, ότι μου αρέσει. Έτσι έτρωγα γιουβαρλάκια και από τα χεράκια της Αθανασίας.
Αλλά θα μου πείτε, εδώ με έπεισε να παντρευτώ την κόρη της, δε θα με έπειθε να φάω γιουβαρλάκια;
Αυτή ήταν η Μπέμπα. Προσεχώς διαβάστε: Πώς παντρεύτηκα την Αναστασία. Τι έγινε την πρώτη μέρα του χάνεϊ μουν(μουνί έγιναν τα πράγματα, αλλά να περιμένετε να διαβάσετε). Πώς εξαφανίστηκε ο κουμπάρος. Πώς φθάσαμε στον «τρίτο άνθρωπο». Πόσοι «τρίτοι άνθρωποι» μεσολάβησαν πριν τον «τρίτο άνθρωπο». Πώς έζησα την ωραιότερη μέρα της ζωής μου μαζί με την Αθανασία (ναι, έγινε κι αυτό και την ευχαριστώ). Πώς δηλητηριαστήκαμε κατά τη διάρκεια διακοπών (καταραμένο ΕΣΥ). Πώς έβγαζα, κάθε χρόνο, τα μάτια μου στις διακοπές (με κλαδιά δένδρων κι όχι με γκόμενες, κακοήθεις αναγνώστες). Πώς έγινε το έγκλημα. Πώς παρασύρθηκα σε ακολασίες. Πώς διαπίστωσα ότι τραβούσα ένα ζόρι και ποιο ζόρι ήταν αυτό.
Απαντήσεις στα φοβερά ερωτήματα, στην Εσπρέσσο της Δευτέρας, στο δελτίο του Σταρ, στην εκπομπή της Τατιάνας και, φυσικά, στο γνωστό μπλογκ.

Κυριακή, Ιουλίου 23, 2006

H Κατερίνα


Τη γνώρισα στη δουλειά. Και -είναι αλήθεια- η Αθανασία δεν είχε φύγει από τη ζωή μου. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, αναχωρούσε. Ε λα νάβα βα, δηλαδή. Αλλά ούτε εκείνη ήθελε να το δεχτεί, ούτε εγώ ήμουν έτοιμος να το απαιτήσω.
Το πως απέπλευσε η Αθανασία, θα το δούμε αργότερα. Τώρα θα δούμε πως κατάπλευσε η Κατερίνα.
Ως θύελλα. Μπήκε υγρή κι έφυγε παρασύροντας σπίτια, αυτοκίνητα, ανθρώπους. Σκέτο τσουνάμι.
Ήμουν, λοιπόν, στη δουλειά. Καινούργιος. Σε νέο περιβάλλον. Έψαχνα να ακουμπήσω κάπου, να γεμίσω ένα συναισθηματικό κενό που έσερνα μαζί μου από πιτσιρίκι και να πω δυο κουβέντες με κάποιον που δεν με κοιτούσε με βλέμα του στιλ "εσύ ρε κωλόπαιδο ήρθες για να μου φας τη θέση";
Βρεθήκαμε στο φωτοτυπικό. Ήθελε να βγάλει φωτοτυπίες. Κι εγώ το ίδιο. Της παραχώρησα τη σειρά μου. Μετά το βλέμμα μου. Έπειτα την καρδιά μου. Τη ζωή μου. Κι έγινε το ζόρι μου.
Το τι ακριβώς είναι το ζόρι μου, θα το δούμε αργότερα. Λίγα λόγια για την Κατερίνα:
Θύελλα. Αυτό τα λέει όλα. Μπαίνει, σαρώνει, καταστρέφει, ισοπεδώνει. Πώς λέμε ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει; Καμία σχέση.
Χάρηκε που της έδωσα τη σειρά μου. Φωτοτύπησε ό,τι ήθελε κι έφυγε, γυρνώντας μου την πλάτη. Ωραία πλάτη. Κι ωραίος κώλος. Πριν, όμως, είχα δει τα μάτια της. Πετούσαν φλόγες. Μετά πρόσεξα και τα υπόλοιπα.
Παρένθεση. Αυτά για τα μάτια και τις υπόλοιπες μαλακίες, τις γράφω για το γυναικείο κοινό. Ότι και καλά με τράβηξε το βλέμμα της, ότι κοιτούσε και μιλούσαν τα μάτια της κι άλλα τέτοια επικολυρικά. Το γυναικείο κοινό μπορεί να διαβάσει ως εδώ. Από εδώ και κάτω ως το κλείσιμο της παρένθεσης, αυτά που θα γραφούν αφορούν το ανδρικό κοινό. Λοιπόν, παίδες. Είχε έναν κώλο ποίημα. Ακόμη τέτοιος είναι. Ούτε ψωμάκια, ούτε περιττά λίπη, ούτε ίχνος κυτταρίτιδας. Είχε δύο τατού. Το ένα σε μέρος που δεν το έβλεπες ακόμη. Είχε στήθος που χωρούσε σε ποτήρι σαμπάνιας -που λένε και οι Γάλλοι. Ε, μετά, είδα και τα μάτια της. Κλείνει η παρένθεση, επανέρχεται και το γυναικείο κοινό.
Από ύψος δεν έλεγε τίποτα. Δηλαδή, κάτι προσπαθούσε να πει, αλλά δεν... Αργότερα έμαθα ότι έπαιζε βόλεϊ. Προφανώς, αυτοί που μου το είπαν, ήταν τυφλοί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, έπασχαν από καταρράκτη -ίδιο μ αυτόν της Έδεσσας.
Ενώ με την Αθανασία άνοιξα το στοματάκι μου κι έλεγα διάφορες μαλακίες, στην περίπτωση της Κατερίνας δεν είπα κουβέντα. Μούγγα. Η σιωπή του αμνού. Ή, καλύτερα, του βοός. Ούτε μούγκρισμα βγήκε. Έμεινα παγωτό, δίπλα στο φωτοτυπικό, να την βλέπω να εξαφανίζεται στο διάδρομο. Όχι, μην ανησυχείτε. Δεν έγινε καπνός. Απλά απομακρύνθηκε. Αλλά έτσι δεν γράφουν οι συγγραφείς ροζ μυθιστορημάτων;
Τώρα θα μπορούσα να γράψω ότι "από εκείνη τη στιγμή βάλθηκα να την πλησιάσω, να της μιλήσω". Θα ήταν ψέμμα. Ούτε μου πέρασε από το μυαλό. Πήγα και κάθισα στο γραφείο μου, ήσυχα-ήσυχα κι έκανα τη δουλίτσα μου. Όμως, ο διάολος, κατέστρωνε τα δικά του σχέδια. Ή, ο Θεός.
Μη βιαστείτε να πείτε "πήγε εκείνη και του μίλησε". Ούτε έτσι έγινε. Το πράμα περπάτησε αργά. Απελπιστικά αργά. Τόσο που μπροστά του, το Καλημέρα Ζωή του Φώσκολου είναι ταινία του Τζορτζ Λούκας.
Δε σκοπεύω να σας σπάσω τα αρχνεύρα παραθέτοντας όλες τις λεπτομέρειες. Στο κεφάλαιο γνωριμία θα φθάσουμε σχετικά γρήγορα. Αφού πρώτα πούμε τι εστί "Μπέμπα" αλλά και ποιος στην ευχή είμαι εγώ.
Γιατί αυτή η ιστορία είναι, ουσιαστικά, μια μάχη των εγώ.
Λεπτομέρεια: Μπορει την ίδια μέρα να μην είπα κουβέντα, την επομένη όμως, αποφάσισα να μάθω δυο τρια πράγματα για το πλάσμα του φωτοτυπικού. Έτσι πλησίασα το Ρόιτερς του γραφείου. Όχι, δεν ήταν γυναίκα. Άνδρας ήταν. Ο (το ο κεφαλαίο, Ο) Κουτσομπόλης. Αυτό ήταν και το λάθος μου. Μπορεί εγώ να άμαθα ότι ήθελα. Μετά από πέντε λεπτά, όμως, όλο το γραφείο γνώριζε τι γνώριζα και ότι είχα ζητήσει να μάθω αυτά που έμαθα. Με το κατάλληλο αλατοπίπερο, είχαν μία ιστορία αμαρτίας, έρωτα και προδοσίας, την οποία μπορούσαν να διανθίσουν κατάλληλα, σπρώχνοντάς με στο να τους κάνω το χατίρι.
Έμαθα, λοιπόν, ότι η Κατερίνα ήταν από μία επαρχιακή πόλη (ας την πούμε Βόλο, για να θολώσουμε τα νερά), ότι ζούσε μόνη στη μεγάλη πόλη κι ότι έφευγε από το γραφείο πάντα μόνη της. Ότι, μερικές φορές, την περίμενε σγκεκριμένος ταξιτζής και πήγαινε τα βράδια σε συγκεκριμένο μπαράκι.
-Γιατί τόσο ενδιαφέρον;
Ο συνομιλητής μου είχε δώσει. Ήταν ώρα να πάρει. Πούλησε και σκόπευε να αγοράσει.
-Έτσι μωρε, από περιέργεια.
Φράση κλισέ, η οποία δεν πείθει τον συνομιλητή μας. Αντιθέτως, του επιβεβαιώνει όσες υποψίες έχει, όπως, για παράδειγμα, ότι το άτομο για το οποίο ζητήσαμε πληροφορίες, μας γυάλισε για τα καλά.
-Α!
Επιφώνημα κλισέ, το οποίο σου δίνει να καταλάβεις ότι ο συνομιλητής σου δεν πίστεψε κουβέντα από όσα του είπες. Μετά από ένα "α", αποφύγετε να παραδεχτείτε, έστω και στο ελάχιστο, ότι υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον.
-Εντάξει, είναι και νόστιμη...
Είχα κάνει το λάθος.
-Έτσι πες. Όχι μαλακίες σε μένα, από περιέργεια και τέτοιες αηδίες...
Δαγκώθηκα. Με δύναμη. Ήταν, όμως, αργά. Μπήκα στην αίθουσα των γραφείωνκι είχα την εντύπωση ότι με κοίταζαν όλοι. Έσκυψα να δω το φερμουάρ μου. Ήταν κλειστό. Αν με κοιτούσαν, με κοιτούσαν για άλλο λόγο. Άρα γνώριζαν... Άρα...
Έτσι αποφάσισα να μην ξανασχοληθώ με το θέμα Κατερίνα. Το θέμα θα ασχολούνταν μαζί μου, μετά από μία σατανική σύμπτωση.

Τρίτη, Ιουλίου 11, 2006

Η Αθανασία

Έπαιζα μπάσκετ στο γραφείο. Είχα βάλει μια πλαστική μπασκέτα και με μια μπάλα από αφρολέξ, έσπαγα τα νεύρα συναδέλφων και προϊσταμένου.
Ανοίγει παρένθεση: Καλός άνθρωπος ο τότε προϊστάμενος (μετέπειτα φίλος και, τελικά, κουμπάρος). Από την πρώτη στιγμή το ΄χε βάλει σκοπό της ζωής του να με αποκαταστήσει. Το γιατί δεν το κατάλαβα. Είχαμε μόλις πέντε χρόνια διαφορά. Πιτσιρίκος ήμουνα, το ίδιο κι εκείνος. Πετυχημένος από μικρός εκείνος, εργάτης από μικρός εγώ. Το τέλειο ζευγάρι. Αν μας έβλεπε ο Μπλέικ Έντουαρτς, θα γυρνούσε μια ταινία, έτσι για την πλάκα.
Ο προϊστάμενος ήταν, λοιπόν, αποφασισμένος. Αυτός που μου τριβέλιζε τα αυτιά για το πόσο καλή κοπέλλα ήταν (τότε) η Αθανασία. Χαμογελαστή, ψηλή, ωραία.
Για έναν νεαρό με μόνιμο σωσίβιο η ιδέα της ψηλής γκόμενας, του μοντέλου, ήταν κάτι που εξίταρε τη φαντασία. Δειλός, όπως πάντα, καλός στο μπλα μπλα, ήθελα κάποιον να με σκουντήσει. Να ρίξει και μια σκουντιά στην άλλη πλευρά, να ακουμπήσουν χέρια και σώματα και να γίνει το κακό. Αλλά η σκουντιά δεν έπεφτε, αφού ο προϊστάμενος είχε την εντύπωση πως ήμουν φυσιολογικός άνθρωπος. Κλείνει η παρένθεση.
Έπαιζα μπάσκετ. Τα περισσότερα σουτ κατέληγαν στον τοίχο. Η μικρή μπάλα από αφρολέξ έκανε αθόρυβο γκελ κι έπεφτε δεξιά κι αριστερά. Ως Σακίλ Ο Νιλ άρπαζα την μπάλα και την κάρφωνα με δύναμη στο καλάθι. Πηδούσα στο Θεό (σηκωνόμουν στα δάχτυλα, δηλαδή)!
Η κεντρική πόρτα των γραφείων άνοιξε. Η ώρα ήταν περασμένη. Το πιο πιθανό να ήταν κανένα από τα ρεμάλια τους φίλους μου. Άκουσα τη φωνή του Γιάννη. Ψιλή, ένρινη, εκνευριστική. Σε κάποιον μιλούσε.
Κάρφωσα. Η μπάλα έκανε ένα μικρό γκελ στο πάτωμα και κύλησε κάτω από το τέλεξ. Έσκυψα. Τη σήκωσα. Το βλέμμα μου έπεσε σ ένα ζευγάρι πόδια. Μισή ώρα σήκωνα το βλέμμα μου και μισή ώρα έβλεπα πόδια. Σε κάποια στιγμή, κουρασμένος, έφθασα και στη φούστα. Μίνι.
Δεν είχα καλύτερη δουλειά να κάνω. Συνέχισα το δρόμο μου. Κοιλιά. Καλυμμένη. Η μόδα των αφαλών σε κοινή θέα ήρθε τέσσερα με πέντε χρόνια αργότερα. Στήθος. Όχι σπουδαία πράγματα. Μικρό. Χαλαρό. Λαιμός. Μακρύς. Καμηλοπάρδαλη. Μάτια...
Μάτια...
Μάτια μεγάλα. Βλέμμα...΄
Βλέμμα...
Βλέμμα πλάνο. Από πλάνο. Αεροπλάνο. Αποπλανώ. Αποπλάνηση.
Άνοιξα το στόμα μου. Το άφησα ανοικτό. Νόμιζα ότι μίλησα. Δεν είχα μιλήσει. Τίποτα δεν είχα πει.
-Η Αθανασία, με σύστησαν.
Χάρηκα. Μάρτυς μου ο Θεός, χάρηκα. Η λύπη ήρθε μετά. Χρόνια μετά. Όταν γνώρισα -καλά- την "Μπέμπα". Αλλά η "Μπέμπα" είναι άλλο κεφάλαιο.

Έπαιζα μπάσκετ. Της είχα σπάσει τα νεύρα. Ολωνών τα νεύρα τα είχα κάνει κουρέλι. Τσατάλια. Το έβλεπα στο βλέμμα της (τους). Αν ήταν πολιτίκαλι κορέκτ, θα μου είχαν καρφώσει στιλό στα μάτια, θα μου είχαν λιώσει το κρανίο με τη γραφομηχανή, θα είχαν ξεριζώσει την καρδιά μου και θα την είχαν μοιραστεί. Γιατί δε φθάνει που έπαιζα μπάσκετ, σπίκαρα κι όλας.
"Σηκώνεται"! "Σουτ"! "Όχι! Στο σίδερο"!
Η μπάλα χτύπησε στο σίδερο. Πήρε μια περίεργη πορεία, για μπάλα από αφρολέξ. Έπεσε πάνω στο γραφείο. Χτύπησε το ποτήρι με το νερό. Το ποτήρι με το νερό χτύπησε το ποτήρι με τον καφέ. Ο καφές (νες καφέ ατέλειωτη ευχαρίστηση, που θα έλεγε και η Ματσούκα) χύθηκε στο γραφείο. Συνέχισε την πορεία του. Η φούστα (μίνι) έγινε δίχρωμη. Σε σημείο άσχημο. Σα να είχε κατουρηθεί.
"Έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι; Βγάλ' την να στην πλύνω"!
Αν το βλέμμα σκότωνε, ήμουν νεκρός. Αν ήταν πολυβόλο, ήταν σίγουρα μπράουνιγκ. Πενηντάρι. Το βλέμμα αυτό (του Τζουράσικ Παρκ, που λέει κι ένας φίλος που χάθηκε) θα το έβλεπα πολλές φορές στο μέλλον. Αλλά το χειρότερό της, το κρατούσε για το διαζύγιο.
Χωρίς κουβέντες σηκώθηκε, πήγε στην τουαλέτα και προσπάθησε να διορθώσει τη ζημιά. Για να μην τα πολυλογώ (πράγμα που, όπως βλέπετε είναι προσόν μου) η φούστα (μίνι) πετάχθηκε την άλλη μέρα. Το τι φορούσε από κάτω, πάλι δεν το είδα. Θα περνούσαν πολλοί μήνες, για να το καταφέρω.
Έτσι γνώρισα την Αθανασία. Αν και το "γνώρισα" δεν λέει την αλήθεια. Την Αθανασία τη γνώρισα, μέρα με τη μέρα, στα δέκα χρόνια γάμου. Και, μάρτυς μου ο Θεός, η ατέλειωτη γκόμενα με τη λερωμένη μίνι φούστα, δεν είχε καμία σχέση με την σεβαστή κυρία των φαρδιών μάξι, στην οποία εξελίχθηκε. Και δε μιλάω, τώρα, για εμφάνιση. Μιλάω για όλα τα υπόλοιπα.
Αλλά η ζωή με την Αθανασία, είναι άλλο κεφάλαιο...

Εισαγωγή

Γνώρισα την Κατερίνα όταν ήμουν παντρεμένος με την Αθανασία. Το σκέφτηκα καλά. Η Αθανασία -είπα- είναι κάτι που αναζητούν όλοι, όμως κανείς δεν τα έχει καταφέρει ως τώρα. Γιατί να είμαι εγώ ο τυχερός; Έτσι χώρισα την Αθανασία για την Κατερίνα.
Έλα, όμως, που η Κατερίνα είχε ένα κουσούρι... Μεγάλο κουσούρι... Έπινε. Κι όταν λέμε έπινε, εννοούμε ότι ρουφούσε όλο το Βόσπορο. Και την Κασπία θάλασσα μαζί.
Και να σκεφθεί κανείς ότι χώρισα την Αθανασία, επειδή ήταν γεμάτη κουσούρια. Όχι, δεν έπινε. Ούτε χαρτόπαιζε. Ούτε ΚΚΕ ήταν. Απλά, όσο μεγάλωνε, έμοιαζε όλο και περισσότερο με τη μάνα της. Ξέρεις τι είναι να μοιάζει η γυναίκα σου με την πεθερά σου; Ειδικά όταν πεθερά είναι η «Μπέμπα».
Ποιά είναι η «Μπέμπα», ποιά η Αθανασία και ποιά η Κατερίνα, θα τα δούμε όλα, σιγά σιγά. Υπομονή να έχεις καλέ μου αναγνώστη και όλα θα τα μάθεις. Θα μάθεις, επίσης, πώς καταφέρενει πάντα, ένας πότης, να γλιτώνει και να γίνεται αγαπητός. Και πώς όλοι τον αγαπούν κι όλοι σε κατακρίνουν, επειδή θέλεις να το κόψει το ρημάδι.
Στα επόμενα ποστ (υπομονή να έχεις μόνον) θα ζήσεις μαζί μου την αγωνία μου, να σταματήσω τον Ορέστη Μακρή να χτυπάει το κουδουνάκι από το παϊτόνι. Γιατί ο Ορέστης ήταν γραφικός. Όταν, όμως, η γραφικότητα αυτή γίνεται η ζωή σου, τότε τα πράγματα ξεφεύγουν. Κι άμα ξεφύγουν... βράσε όρυζα. Ή, μάλλον, βράσε έναν ελληνικό, διπλό, σκέτο, να τον πιεί ο Ορέστης μπας και ξεμεθύσει.
Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα σας.